Ελλάδα – Προφίλ Υγείας 2017

2948
Ygeia

Ποια είναι η κατάσταση της υγείας στη χώρα;

Ποιοι είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου;

 

Στα παραπάνω ερωτήματα “απαντά”, μεταξύ άλλων, το «Προφίλ Υγείας 2017»*, με το οποίο παρέχεται εξειδικευμένη και ολοκληρωμένη ανάλυση του συστήματος υγείας της Ελλάδας, αξιολογούνται τα πλεονεκτήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει, περιγράφεται η κατάσταση υγείας του ελληνικού πληθυσμού και οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι σημαντικά και χρήσιμα για τον καθένα από μας, για τα στελέχη των ασφαλιστικών εταιρειών που ασχολούνται με την ασφάλιση υγείας, καθώς και για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, που χρειάζεται να είναι σφαιρικά ενημερωμένοι για την κατάσταση που επικρατεί στον κρίσιμο αυτόν τομέα.

Για λόγους οικονομίας χώρου, δεν παραθέτουμε στη συνέχεια σε όλη του την έκταση το «Προφίλ Υγείας 2017».
Αξίζει, ωστόσο, να το αναζητήσετε στο https://ec.europa.eu/health/state/country_profiles_el.

Η υγεία στην Ελλάδα

Η κατάσταση της υγείας του ελληνικού πληθυσμού παρουσίασε συνεχή βελτίωση κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά θα περάσουν μερικά χρόνια έως ότου εκδηλωθούν οι πλήρεις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην κοινωνία και στην υγεία, όπως επισημαίνεται σχετικά.

Στο σύστημα υγείας έχουν συντελεστεί σημαντικές μεταβολές ως αποτέλεσμα του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της χώρας, ωστόσο, παρά τα σχέδια για μεταβίβαση περισσότερων αρμοδιοτήτων στις περιφερειακές υγειονομικές αρχές, το σύστημα υγείας χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης.

Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αυξάνεται σταθερά, αλλά ο χρόνος που διανύεται με καλή υγεία μειώνεται

Το 2015 το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα άγγιξε τα 81,1 έτη, κατάτι υψηλότερο από τον μέσο όρο στην ΕΕ. Όπως και σε άλλες χώρες της ΕΕ, εξακολουθεί να υφίσταται σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων, με τις γυναίκες να ζουν κατά μέσο όρο πέντε χρόνια περισσότερο από τους άντρες (84 έτη έναντι 79). Παράλληλα, υπάρχει διαφορά τεσσάρων ετών στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ ατόμων με χαμηλότερο και υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο¹.

Παρότι η αύξηση στο προσδόκιμο ζωής αφορούσε κυρίως άτομα άνω των 65 ετών, η αναλογία του χρόνου που διανύεται με καλή υγεία μειώνεται. Σε συμφωνία με τον μέσο όρο της ΕΕ, στην ηλικία των 65 ετών η Ελληνίδα γυναίκα μπορεί να προσδοκά να ζήσει άλλα 21,3 έτη, αλλά μόνο το ένα τρίτο αυτών θα είναι απαλλαγμένα από αναπηρίες. Ομοίως, οι άντρες μπορούν να προσδοκούν να ζήσουν περίπου το 40% των υπόλοιπων 18,5 ετών με καλή υγεία².

  1.  Τα χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης αφορούν άτομα με προσχολική, πρωτοβάθμια, ή κατώτερη 
    δευτεροβάθμια εκπαίδευση (επίπεδα 0–2 κατά ISCED), ενώ τα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης 
    αφορούν άτομα με τριτοβάθμια εκπαίδευση (επίπεδα 5–8 κατά ISCED).
  2.  Τα στοιχεία αυτά βασίζονται στον δείκτη «υγιή έτη ζωής», ο οποίος καταμετρά τον αριθμό 
    των ετών που τα άτομα προσδοκούν να ζήσουν χωρίς αναπηρίες σε διάφορες ηλικίες.

Καρδιαγγειακά νοσήματα και καρκίνος οι κυριότερες αιτίες θανάτου

Παρά τη μείωση κατά 14% του αριθμού των θανάτων από το 2000, τα καρδιαγγειακά νοσήματα παραμένουν η πρώτη αιτία θανάτου, καθώς ευθύνονται για τα 2/5 όλων των θανάτων στις γυναίκες και για περίπου το 1/3 στους άντρες. Μεταξύ των συνολικά 45.000 θανάτων αυτής της κατηγορίας, τα εγκεφαλικά επεισόδια, οι ισχαιμικές καρδιοπάθειες και άλλα καρδιακά νοσήματα εξακολουθούν να έχουν τη μεγαλύτερη επίπτωση στη συνολική θνησιμότητα.

Ο καρκίνος είναι η δεύτερη κυριότερη αιτία θανάτου, καθώς ευθύνεται για το 20% των θανάτων μεταξύ των γυναικών και το 30% μεταξύ των αντρών, ήτοι για περίπου 29.000 θανάτους. Παρότι το συνολικό ποσοστό του καρκίνου δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 2000, τα αποτελέσματα σχετικά με μεμονωμένα περιστατικά καρκίνου παρουσιάζουν μια πιο διαφοροποιημένη εικόνα.

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι η κύρια αιτία θνησιμότητας λόγω καρκίνου, με πενταπλάσιο ποσοστό στους άντρες σε σχέση με τις γυναίκες και αύξηση 27% στον συνολικό αριθμό θανάτων μεταξύ 2000 και 2014. Τα ποσοστά για διάφορους άλλους τύπους καρκίνου παραμένουν σταθερά, αλλά παρουσιάζονται αυξήσεις στον απόλυτο αριθμό θανάτων, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τη γήρανση του πληθυσμού: καρκίνος του παχέος εντέρου (αύξηση 51%), καρκίνος του μαστού (αύξηση 25%), καρκίνος του παγκρέατος (αύξηση 55%) και καρκίνος του προστάτη (αύξηση 35%).

Μετά την οικονομική κρίση, υπήρξε αξιοσημείωτη αύξηση στους θανάτους λόγω αυτοκτονίας (από 362 ετήσιο μέσο όρο μεταξύ 2000–08 σε 475 μεταξύ 2009–2014). Από την άλλη πλευρά, σημαντική (38%) ήταν η μείωση στον αριθμό των θανάτων που σχετίζονται με τροχαία ατυχήματα μετά το 2009, παρότι το ποσοστό παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ.

Οι χρόνιες παθήσεις είναι οι κύριοι καθοριστικοί παράγοντες για τα έτη ζωής που σταθμίζονται ως προς τις επιβαρύνσεις που επιφέρει η ασθένεια στην υγεία

Οι κύριοι καθοριστικοί παράγοντες για τα έτη ζωής που σταθμίζονται ως προς τις επιβαρύνσεις που επιφέρει η ασθένεια στην υγεία (DALY)³ , συνυπολογιζόμενης της επιβάρυνσης λόγω θνησιμότητας και νοσηρότητας, είναι οι ισχαιμικές καρδιοπάθειες και ακολουθούν οι μυοσκελετικές διαταραχές (μεταξύ αυτών η οσφυαλγία και η αυχεναλγία) και ο καρκίνος του πνεύμονα. Η επιβάρυνση λόγω της νόσου του Alzheimer και άλλων τύπων άνοιας έχει επίσης αυξηθεί δραστικά από το 2000, καθώς τα σχετιζόμενα DALY έχουν σημειώσει άνοδο άνω του 50% (IHME, 2016).

Με βάση αυτοαναφερόμενα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Έρευνας για την Υγεία βάσει ερωτηματολογίου (EHIS), 1 στα 5 άτομα στην Ελλάδα πάσχει από υπέρταση, 1 στα 10 από διαβήτη και περίπου 1 στα 20 από άσθμα. Ο επιπολασμός αυτών των χρόνιων νοσημάτων εμφανίζει μεγάλες ανισότητες ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσης.

Συγκριτικά με άτομα που κατέχουν το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, τα άτομα με το κατώτερο επίπεδο εκπαίδευσης είναι πολύ πιθανότερο να πάσχουν από κάποια χρόνια ασθένεια, όπως ο διαβήτης (τέσσερις φορές πιθανότερο), η υπέρταση και η χρόνια κατάθλιψη (τρεις φορές), το άσθμα ή άλλα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα (πάνω από δύο φορές)4. Η ηπατίτιδα Β και η ηπατίτιδα C συνιστούν επίσης αναδυόμενα προβλήματα, με υψηλό επιπολασμό της μόλυνσης στον γενικό πληθυσμό (ECDC, 2016).

  1.  Το DALY είναι δείκτης που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των συνολικών απολεσθέντων 
    ετών λόγω συγκεκριμένων ασθενειών και παραγόντων κινδύνου. Ένα DALY ισοδυναμεί με την 
    απώλεια ενός έτους υγιούς ζωής (IHME).
  2.  Οι ανισότητες ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο μπορεί να αποδοθούν εν μέρει στο 
    υψηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων ατόμων με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, αν και ο 
    παράγοντας αυτός δεν αρκεί από μόνος του για να δικαιολογήσει όλες τις 
    κοινωνικοοικονομικές διαφορές.

Το ποσοστό αυτοαναφερόμενης καλής υγείας έχει μειωθεί κατά την τελευταία δεκαετία, αλλά ελάχιστα

Σχεδόν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού στην Ελλάδα (74%) δηλώνουν καλά στην υγεία τους, ποσοστό υψηλότερο από τις περισσότερες υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, αλλά ελαφρώς χαμηλότερο σε σχέση με πριν από 10 χρόνια (77% το 2005).

Παράγοντες Κινδύνου

Ygeia παραγοντες κινδύνου

Η διατροφή και η κατανάλωση αλκοόλ είναι σε καλό επίπεδο, αλλά οι παράγοντες που συνδέονται με τη συμπεριφορά συμβάλλουν αισθητά στα προβλήματα υγείας

Η σχετικά καλή κατάσταση της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα συνδέεται ανέκαθεν με μια σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων η πιο υγιεινή διατροφή και η χαμηλότερη κατανάλωση αλκοόλ. Ωστόσο, με βάση εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Μέτρησης και Αξιολόγησης της Υγείας, 30% της συνολικής επιβάρυνσης από ασθένειες στην Ελλάδα το 2015 (καταμετρημένο με βάση DALYs) μπορεί να αποδοθεί σε παράγοντες κινδύνου εξαρτώμενους από τη συμπεριφορά, ιδίως το κάπνισμα, αλλά πιο πρόσφατα και σε διατροφικούς κινδύνους και σε έλλειψη σωματικής άσκησης (IHME, 2016).

Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη Δημόσια Υγεία του 2008 επικεντρωνόταν σε αυτούς τους τομείς, αλλά δεν υλοποιήθηκε. Επιπλέον, από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο στην Ελλάδα έχει μεταβληθεί, με αυξανόμενο τον κίνδυνο φτώχειας, υψηλά ποσοστά ανεργίας και σημαντική πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ήδη αντίκτυπο στις συμπεριφορές υγείας των ατόμων και στην κατάσταση της υγείας (Filippidis κ.ά., 2017).

Το κάπνισμα παραμένει σημαντικό ζήτημα για τη δημόσια υγεία

Παρότι τα ποσοστά καπνίσματος μειώνονται, το 2014 πάνω από ένας στους τέσσερις ενήλικες δήλωσε ότι καπνίζει καθημερινά, ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στις χώρες της ΕΕ και αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (21%). Η διαφορά στα ποσοστά καπνίσματος μεταξύ των δύο φύλων εξακολουθεί να είναι μεγάλη: 21% για τις γυναίκες έναντι 34% για τους άντρες. Επιπλέον, ένα στα έξι 15χρονα αγόρια (16%) και ένα στα οκτώ 15χρονα κορίτσια (13%) είναι επίσης τακτικοί καπνιστές. Έως σήμερα, η απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους είχε πλημμελή εφαρμογή και δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική στη μείωση των ποσοστών καπνίσματος.

Η κατανάλωση αλκοόλ είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ

Αντίθετα, η κατανάλωση αλκοόλ στην Ελλάδα, είτε υπολογίζεται με βάση τη συνολική κατανάλωση αλκοόλ είτε ως ποσοστό των ενηλίκων που αναφέρουν περιστασιακή υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ («ευκαιριακή άμετρη κατανάλωση αλκοόλ»)5 είναι σχετικά χαμηλή σε σχέση με τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ.

Συνολικά, οι ενήλικες κατανάλωσαν 7,5 λίτρα αλκοόλ το 2014, δηλαδή 2,5 λίτρα λιγότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, εμφανίζοντας τη δεύτερη χαμηλότερη ποσότητα μεταξύ των κρατών μελών.

Το ποσοστό των Ελλήνων ενηλίκων που ανέφεραν περιστασιακή υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ το 2014 ήταν το πέμπτο χαμηλότερο από όλες τις χώρες της ΕΕ (10% σε σύγκριση με μέσο όρο 20% στην ΕΕ).

  1.  Ως συμπεριφορά ευκαιριακής άμετρης κατανάλωσης αλκοόλ ορίζεται η κατανάλωση έξι 
    ή περισσότερων οινοπνευματούχων ποτών ανά περίπτωση, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα 
    κατά το περασμένο έτος.

Τα ποσοστά υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας είναι πολύ υψηλά στα παιδιά

Πάνω από ένας στους έξι ενήλικες στην Ελλάδα (17%) ήταν παχύσαρκος το 2014, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο (15%) της ΕΕ. Σημαντικές είναι οι διαφορές ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσης: τα άτομα με κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να είναι παχύσαρκα σε σχέση με άτομα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (22% έναντι 13%). Τα προβλήματα υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας στα παιδιά και στους εφήβους αυξήθηκαν επίσης και η χώρα καταλάμβανε τη δεύτερη υψηλότερη θέση στην ΕΕ, μετά τη Μάλτα (2013–14). Σχεδόν 1 στους 4 15χρονους (24%) ήταν υπέρβαρος ή παχύσαρκος (βλ. σχήμα 3), ενώ το ποσοστό ήταν διπλάσιο στα αγόρια (32%) σε σχέση με τα κορίτσια (16%). Οι Έλληνες έφηβοι παρουσιάζουν επίσης ισχνά αποτελέσματα όσον αφορά την τακτική σωματική άσκηση.

 

 

Βασικές διαπιστώσεις

Ygeia

 

Η κατάσταση της υγείας του ελληνικού πληθυσμού έχει βελτιωθεί σε γενικές γραμμές με την πάροδο του χρόνου, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται βασικές προκλήσεις στον τομέα της υγείας, όπως η θνησιμότητα λόγω καρκίνου και ο αντίκτυπος των καρδιακών νοσημάτων. Οι τάσεις όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου, ειδικά τα υψηλά ποσοστά καπνίσματος μεταξύ των ενηλίκων και η παχυσαρκία στα παιδιά, επισημαίνουν τη σπουδαιότητα θέσπισης εθνικών προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου του καρκίνου, επιβολής της απαγόρευσης του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους και προώθησης αλλαγών στον τρόπο ζωής, με επίκεντρο τη διατροφή και την άσκηση.

Η επάρκεια χρηματοδότησης του συστήματος υγείας είναι αιτία ανησυχίας, εξαιτίας της πίεσης στις δημόσιες δαπάνες, της μειούμενης βάσης εσόδων του συστήματος ασφάλισης υγείας και του ήδη υψηλού ποσοστού ιδιωτικών δαπανών. Το σύστημα υγείας λειτουργεί υπό συνθήκες σημαντικών δημοσιονομικών περιορισμών, μολονότι με τα συστήματα υποχρεωτικών επιστροφών οι δαπάνες υπερβαίνουν στην πράξη τον προϋπολογισμό για την κάλυψη των αναγκών των ασθενών. Ο μηχανισμός αυτός είναι κομβικής σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το δημόσιο σύστημα μπορεί να συνεχίσει να παρέχει υπηρεσίες, ιδίως επειδή τα ποσοστά χρήσης του αυξάνονται και η ικανότητα των νοικοκυριών να αγοράζουν υπηρεσίες ιδιωτικής περίθαλψης έχει μειωθεί από τότε που άρχισε η κρίση.

Οι άμεσες πληρωμές από τους ασθενείς είναι παραδοσιακά πολύ υψηλές στην Ελλάδα και, πρόσφατα, έχουν αυξηθεί κι άλλο, γεγονός που συνιστά αυξανόμενη οικονομική επιβάρυνση για τους ασθενείς, συχνά λόγω καταναλωτικών προτύπων που διέπονται από προκλητή ζήτηση από την πλευρά της προσφοράς, και μπορεί να δημιουργεί ανισότητες όσον αφορά την πρόσβαση σε φροντίδα. Η καταπολέμηση των εκτεταμένων άτυπων αμοιβών, της φοροδιαφυγής με την παροχή υπηρεσιών υγείας χωρίς απόδειξη, καθώς και άλλων μορφών σπατάλης και διαφθοράς (π.χ. στη σύναψη συμβάσεων για προμήθειες) στον χώρο της υγείας συνιστούν επίσης διαρκή πρόκληση.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα στον σχεδιασμό και την ορθολογική κατανομή των πόρων υγειονομικής περίθαλψης, κάτι που έχει επιπτώσεις στην αποδοτικότητα και την πρόσβαση. Υπάρχει μεγάλη ανισορροπία στην κατανομή των υλικών πόρων και του ιατρικού προσωπικού μεταξύ αστικών κέντρων και αγροτικών περιοχών, καθώς και μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στα πολύ υψηλά καταγραφόμενα επίπεδα μη ικανοποιούμενης ανάγκης για ιατρική περίθαλψη –το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις, όπως αυτή της πρωτοβάθμιας υγείας, αναμένεται να έχουν άμεσο αντίκτυπο στα θέματα αυτά.

Παρά τη δυσχερή οικονομική συγκυρία, σημαντικές μεταρρυθμίσεις στράφηκαν προς τις δομές, το κόστος και την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν μακροχρόνιες αδυναμίες. Στις επιτυχίες περιλαμβάνονται η δημιουργία ενός μοναδικού αγοραστή, η τυποποίηση της δέσμης των παροχών που αποζημιώνονται από την κοινωνική ασφάλιση και οι σημαντικές μειώσεις στις φαρμακευτικές δαπάνες. Περαιτέρω προσπάθειες βρίσκονται σε εξέλιξη, με ιδιαίτερο αντικείμενο την αύξηση της χρήσης γενόσημων φαρμάκων, τη βελτίωση της διοίκησης των νοσοκομείων και την ευρύτερη εφαρμογή των κλινικών κατευθυντήριων γραμμών.

Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα υπήρξε η επίλυση του προβλήματος όσον αφορά την ασφαλιστική κάλυψη υγείας, που επηρέασε περίπου 2,5 εκατ. άτομα, ή το ένα τέταρτο του πληθυσμού, λόγω της έλλειψης καθολικής κάλυψης. Απαιτήθηκαν αρκετές προσπάθειες από το 2011, στη διάρκεια των οποίων η πρόσβαση σε υπηρεσίες ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη για τους άνεργους και άλλες ευάλωτες κατηγορίες χωρίς κάλυψη. Ωστόσο, η νέα νομοθεσία του 2016 διόρθωσε αυτά τα κενά και πέτυχε καθολική κάλυψη, με την ολοκλήρωση της διαδικασίας που ξεκίνησε το 2014 στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής.

Ένα σημαντικό στοιχείο για την επίτευξη των στόχων της αποτελεσματικότητας, της πρόσβασης και της ανθεκτικότητας είναι η δημιουργία ενός αποτελεσματικού δικτύου υπηρεσιών πρωτοβάθμιας περίθαλψης πρώτης επαφής, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν κατάλληλα οι υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού. Αυτή τη στιγμή, μια μικρή μειονότητα των γιατρών είναι γενικοί ιατροί και δεν υπάρχει σύστημα παραπομπών, ώστε να ρυθμίζονται οι διαδρομές των ασθενών προς τα υπόλοιπα επίπεδα περίθαλψης, αλλά ούτε και επαρκής προαγωγή της υγείας ή πρόληψη ασθενειών. Ωστόσο, έχει γίνει κάποια αρχή με την κατάρτιση του νέου ελληνικού σχεδίου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, που ξεκίνησε το 2017 και θα εφαρμοστεί τα επόμενα τρία χρόνια.


*Τα προφίλ χώρας αποτελούν σημαντικό στάδιο του διετούς κύκλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κατάσταση της Υγείας στην ΕΕ και είναι το αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και του European Observatory on Health Systems and Policies. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε τον συντονισμό της σειράς των προφίλ και η παραγωγή τους έγινε με τη χρηματοδοτική συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα προφίλ χώρας έχουν περιεκτικό και συναρτώμενο με πολιτικές χαρακτήρα, και βασίζονται σε διαφανή, συνεπή μεθοδολογία. Χρησιμοποιούν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά δεδομένα, τα οποία ωστόσο προσαρμόζονται με ευελιξία στις ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους της ΕΕ. Στόχος είναι η δημιουργία ενός μέσου το οποίο, μέσω αμοιβαίας μάθησης και εθελοντικών ανταλλαγών, θα ενισχύει τις προσπάθειες των κρατών μελών για τη χάραξη τεκμηριωμένης πολιτικής.

Κάθε προφίλ χώρας παραθέτει εν συντομία και με συνθετικό τρόπο τα εξής: την κατάσταση της υγείας στη χώρα˙ τους προσδιοριστικούς παράγοντες υγείας, με επικέντρωση στους συμπεριφορικούς παράγοντες κινδύνου˙ την οργάνωση του συστήματος υγείας˙ την αποτελεσματικότητα, προσβασιμότητα και ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας.

Πρόκειται για την πρώτη σειρά των διετών αυτών προφίλ χώρας, που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2017. Η Επιτροπή συμπληρώνει τις βασικές διαπιστώσεις αυτών των προφίλ χώρας με μια συνοδευτική έκθεση.

OECD/European Observatory on Health Systems and Policies (2017), Ελλάδα: Προφίλ Υγείας 2017, State of Health in the EU, OECD Publishing, Paris/European Observatory on Health Systems and Policies, Brussels. http://dx.doi.org/10.1787/9789264285224-el

 

Προηγούμενο άρθροΟ κ. Α. Γιάλλουρος του Συνεργατισμού μιλά για τη συνεργασία με Universal και Allianz
Επόμενο άρθροΝέος Σταθμός GLASSDRIVE® στo Αίγιο