Ασφάλιση Ευθύνης Επιχειρήσεων

492

Έρευνα της MARSH

  • Αγοράζονται τα σωστά όρια ασφάλισης;
  • Πληρώνονται οι καλύτερες δυνατές τιμές για την αγορά της κάλυψης;
  • Τι δείχνει ειδική έρευνα της MARSH

Η παγκοσμιοποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει στην αυξανόμενη έκθεση σε κινδύνους αλλά και σε νέες μορφές κινδύνων με τους οποίους έρχονται αντιμέτωποι οι επιχειρηματίες, ιδιαίτερα εκείνοι των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα επεκτείνεται και εκτός εθνικών συνόρων. Η ασφάλιση είναι ο κυριότερος τρόπος προφύλαξης και περιορισμού των οικονομικών απωλειών που συνεπάγεται η έλευση κινδύνου για την επιχείρηση, καθοριστικός όμως παράγοντας στην αποτελεσματικότητα της ασφάλισης είναι η αγορά των ενδεδειγμένων, για κάθε οργανισμό, ορίων ευθύνης.

Για τα όρια ευθύνης που αγοράζουν οι επιχειρήσεις αλλά και για το κόστος αγοράς αυτών των ορίων η MARSH διεξάγει έρευνα (τα τελευταία 15 χρόνια για την παγκόσμια αγορά και τα τελευταία 5 χρόνια ειδικά για την αγορά της Ευρώπης), σε μια προσπάθεια να βοηθήσει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και αντιλαμβανόμενη τις σύγχρονες ανάγκες των επιχειρήσεων. Στην έρευνα που διεξήχθη το 2007 και αφορούσε τα όρια ευθύνης που αγόρασαν επιχειρήσεις κατά το 2006, συμμετείχαν συνολικά 7.196 εταιρίες από όλο τον κόσμο, ενώ το αντίστοιχο ευρωπαϊκό δείγμα ήταν 2.729 επιχειρήσεις.
Τα ευρήματα της έρευνας που παρουσιάζονται αφορούν στην Ευρώπη και η σημασία της έρευνας αυτής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για την αγορά ορίων ευθύνης, είναι ιδιαίτερα σημαντική. 
Συχνά, παρατηρείται το φαινόμενο να υπάρχουν οργανισμοί που δεν έχουν αρκετή προστασία, και την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι να αγοράζουν υπερβολικά όρια. Αναμφισβήτητα, η απόφαση αγοράς ορίων ασφάλισης έχει γίνει πολύπλοκη διαδικασία, αφού και το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις σήμερα είναι πολύπλοκο. 
Παρ’ όλα αυτά κάποιοι, ακόμα και σήμερα, αποφασίζουν για την αγορά ορίων ευθύνης βασιζόμενοι αποκλειστικά στο κόστος ασφάλισης, πρακτική που είναι ιδιαίτερα επισφαλής, καθώς το κόστος ανάκτησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, μετά από ένα σοβαρό συμβάν, αυξάνεται όλο και περισσότερο. Η λήψη αποφάσεων πρέπει να διενεργείται μέσα από βέλτιστες διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη και παράγοντες όπως η καλύτερη εκτίμηση των κινδύνων και ελέγχου τους από τις επιχειρήσεις αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιείται μια επιχείρηση, όπως το νομοθετικό πλαίσιο της χώρας. 
Σκοπός της έρευνας είναι να αποτελέσει ένα εργαλείο έναρξης συνομιλιών πάνω στο συγκεκριμένο θέμα και όχι να χρησιμοποιηθεί απομονωμένο από κάθε τι άλλο στη λήψη των αποφάσεων, μια και το προφίλ κινδύνου της κάθε επιχείρησης διαφέρει.
Ένα σημαντικό στοιχείο που έχει προκύψει, όλα αυτά τα χρόνια που διεξάγει η Marsh την έρευνα αυτή, είναι ότι αποδεδειγμένα επιχειρήσεις που έχουν υποστεί στο παρελθόν ένα σημαντικό ζημιογόνο περιστατικό είναι αυτές που σταθερά αγοράζουν υψηλότερα όρια ευθύνης. Συγκεκριμένα, έχει μετρηθεί η αγορά 7 φορές υψηλότερων ορίων, από εκείνες που μέχρι σήμερα δεν έχουν έρθει αντιμέτωπες με κάτι παρόμοιο. 
Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται συνεχής άμβλυνση των δεικτών ευθύνης για οργανισμούς και επιχειρήσεις σε όλες τις ευρωπαϊκές ασφαλιστικές αγορές. Η πτωτική αυτή τάση δεν αντικατοπτρίζει, όμως, το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο της ασφάλισης ευθύνης, στο οποίο οι κίνδυνοι αυξάνονται, και την ίδια στιγμή οι underwriters των ασφαλιστικών μειώνουν τα όρια για να κερδίσουν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς.
Τα όρια ευθύνης είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να προστατεύεται η εταιρία από προβλήματα που δεν θα προκύψουν μεν συχνά, αλλά που όταν προκύψουν, θα απαιτηθούν μεγάλα χρηματικά ποσά για την αποκατάσταση της ζημιάς που θα προκληθεί. Συνετή οικονομική διαχείριση σημαίνει να μην ξοδεύονται χρήματα για προστασία που δεν είναι απαραίτητη. Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει και να αποφεύγεται το αντίθετο: να αγοράζονται, δηλαδή, όρια ασφάλισης ανεπαρκή για να προστατευτεί η εταιρία από μία ρεαλιστικά πιθανή καταστροφική ζημιά.

Νέες τάσεις σε κινδύνους νομικής φύσεως
Το τοπίο των νομικής φύσεως κινδύνων στην Ευρώπη αλλάζει διαρκώς και, τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν αρκετές ιδιαίτερα αξιοσημείωτες τάσεις στην αγορά, που επηρεάζουν όσους διαχειρίζονται εταιρικούς κινδύνους. Ήτοι:

–  Ευθύνη και ανάκληση προϊόντος
– Συλλογικές μηνύσεις (class actions) στην Ευρώπη
– Αύξηση του αριθμού αγωγών επαγγελματικής αμέλειας
– Προσομοίωση της Βρετανίας με τις Η.Π.Α.
– Παρακολούθηση των εξελίξεων στις Η.Π.Α.

Πιο συγκεκριμένα οι τάσεις αυτές αναλύονται σύμφωνα με την αναφορά της MARSH ως εξής:
Ευθύνη και ανάκληση προϊόντος
Η κυρίαρχη ενδεχομένως τάση του 2005 ήταν η ευθύνη και ανάκληση προϊόντος. Ποτέ άλλοτε δεν έχει εξετασθεί τόσο λεπτομερώς στην Ευρώπη, η πιθανότητα προϊόντα να είναι επιβλαβή για τη δημόσια υγεία. Σχεδόν όλων των ειδών τα καταναλωτικά προϊόντα βρίσκονται στο επίκεντρο έντονων δημόσιων συζητήσεων και κανονιστικών πρωτοβουλιών, με προφανή παραδείγματα τα τρόφιμα, χημικά, φάρμακα, κινητά τηλέφωνα και λοιπά τεχνολογικά προϊόντα προσωπικής χρήσης, μεταφορικά μέσα και αυτοκίνητα.
Η Οδηγία του 2004 για την Ασφάλεια των Προϊόντων, που έχει πλέον εφαρμοσθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, με τη Βρετανία να είναι η τελευταία χώρα που την υλοποίησε τον Οκτώβριο του 2005, θέτει ψηλά τον πήχη της ασφάλειας προϊόντων, ορίζοντας την ασφάλεια κατά τρόπο πιο απαιτητικό. 
Συγκεκριμένα, η Οδηγία προβλέπει ότι οι κατασκευαστές και διανομείς πρέπει να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές σε περίπτωση που υποπτεύονται ότι κάποιο από τα προϊόντα τους θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και ασφάλεια και πρέπει να γνωστοποιούν τις πολιτικές ανάκλησης που εφαρμόζουν. Οι κατασκευαστές θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύουν ότι μπορούν να εντοπίζουν τα προϊόντα τους στην αλυσίδα διάθεσης.
Από τότε που άρχισαν να συγκεντρώνονται ευρωπαϊκά στοιχεία, το 2004, οι ανακλήσεις προϊόντων έχουν αυξηθεί δραματικά, εν μέρει ως αποτέλεσμα της παραπάνω νομοθεσίας. Σε εβδομαδιαία βάση, ο αριθμός ανακλήσεων προϊόντων που κοινοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυξήθηκε από 6, κατά μέσο όρο το 2004, σε 14 το 2005.
Τα τρόφιμα εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος τομέας. Τα αποτελέσματα μιας έρευνας που έγινε σε 150 αναψυκτικά που διατίθενται στη Βρετανία, έδειξαν ότι τέσσερα από αυτά ξεπερνούσαν τα ενδεικτικά όρια των οδηγιών του φορέα WHO για την περιεκτικότητα σε βενζόλιο των 10 μερών ανά δισεκατομμύριο και ανακλήθηκαν από τους αντίστοιχους κατασκευαστές, δύο από τους οποίους είναι αλυσίδες σούπερ μάρκετ. 
Στις αρχές του 2006, το Βέλγιο ενεπλάκη σε μία μεγάλη υπόθεση επικίνδυνων τροφίμων, όταν καρκινογόνες διοξίνες βρέθηκαν σε συστατικό βελγικού χοιρινού λίπους που χρησιμοποιείται σε ζωοτροφές στο Βέλγιο και την Ολλανδία, μετά από τη μεγάλη κρίση με τις διοξίνες το 1999, όταν ίχνη είχαν βρεθεί σε κοτόπουλα.  Ως αποτέλεσμα, αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Νότιας Κορέας, της Ιαπωνίας, της Ταϊβάν και της Κίνας, απαγόρευσαν τις εισαγωγές βελγικού χοιρινού. 
Οι αρμόδιες βελγικές αρχές αποφάνθηκαν ότι ο κίνδυνος ήταν αμελητέος, λόγω των χαμηλών επιπέδων μόλυνσης. Εντούτοις, αρκετές χιλιάδες γουρούνια θανατώθηκαν, ενώ αγρότες και άλλοι που επλήγησαν από την κρίση, αναζητούν αποζημιώσεις. 
Σημαντική δευτερεύουσα τάση που παρατηρείται, είναι ότι πλέον για την ανάκληση τροφίμων αναζητούνται και λόγοι ευρύτεροι από τη μόλυνση και μόνο. Για παράδειγμα, το 2005 στη Βρετανία, ανακλήθηκαν 100.000 κουτάκια αναψυκτικού Tango, επειδή υπήρχαν φόβοι έκρηξης της συσκευασίας μετά από αρκετές καταγγελίες. 
Οι εταιρίες ακολουθούν μία ολοένα και περισσότερο “προληπτική” προσέγγιση: «η πρόληψη καλύτερη της θεραπείας». Αυτό αντικατοπτρίζεται στην τάση ανάκλησης προϊόντων που φέρονται ως “μολυσμένα” αλλά τα επίπεδα μόλυνσης βρίσκονται εντός των προτεινόμενων ορίων. 
Η μεγάλη επίδραση από τους Κινέζους και Ασιάτες κατασκευαστές μπορεί να έχει αντίκτυπο στις ανακλήσεις προϊόντων στην Ευρώπη. Για παράδειγμα, περίπου το 75% των παιχνιδιών που πωλούνται στην Ευρώπη, κατασκευάζονται στην Κίνα. Παρομοίως, ολοένα και περισσότερα εξαρτήματα προϊόντων και συστατικά τροφίμων εξάγονται από την Κίνα και την ¶πω Ανατολή και χρησιμοποιούνται σε δυτικά προϊόντα.
Και ενώ η ποιότητα μπορεί να είναι πολύ καλή στην Ασία, τα κανονιστικά πρότυπα για την ασφάλεια των προϊόντων δεν είναι τόσο αυστηρά όσο στην Ευρώπη. Καθώς η παραγωγή αυξάνεται στην Κίνα και την Ασία, είναι ενδεχομένως αναπόφευκτο να υπάρξουν περισσότερες ανακλήσεις προϊόντων που προέρχονται από τις περιοχές αυτές. Ήδη στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι το 60% περίπου των ανακαλούμενων προϊόντων κατασκευάζονται στην Κίνα. 
Σε περιπτώσεις όπου η αρτιότητα των εξαρτημάτων είναι κρίσιμης σημασίας, όπως στην αυτοκινητοβιομηχανία και τα προϊόντα τεχνολογίας, η αύξηση της παραγωγής απομιμήσεων προκαλεί πονοκέφαλο στους υπευθύνους διαχείρισης της αλυσίδας διάθεσης (supply chain managers). Ένας τρόπος να εξασφαλίσει κάποιος την αρτιότητα και ιχνιλασιμότητα των προϊόντων, είναι ο καλός έλεγχος της αλυσίδας διάθεσης, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση του κινδύνου ανάκλησης. 
Θα ήταν καλό εάν οι εταιρίες επαναξιολογούσαν το κατά πόσο είναι επαρκή τα ασφαλιστήρια ανάκλησης προϊόντων που διαθέτουν. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, παρέχεται κάλυψη μόνο για τα κόστη που σχετίζονται με την ανάκληση και όχι για τη διακοπή εργασιών. Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι, συνήθως, η ασφάλιση ανάκλησης προϊόντων δεν καλύπτει προϊόντα που έχουν μολυνθεί με απαγορευμένες ουσίες. Οι εταιρίες μπορεί να ανακαλύψουν πολύ αργά ότι αυτές οι εξαιρέσεις σημαίνουν ότι η κάλυψή τους είναι άχρηστη. Τέλος, σε πολλά ασφαλιστήρια, για να ισχύσει η κάλυψη, θα πρέπει να τίθεται ζήτημα υγείας. Ωστόσο, μπορεί εταιρίες να αντιμετωπίσουν πρόβλημα με τη συσκευασία του προϊόντος ή περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να μην είναι ξεκάθαρη η βλάβη στην υγεία.

Οι συλλογικές μηνύσεις παρέχουν περισσότερες δυνατότητες λόγω νομοθεσίας
Η νέα νομοθεσία παρέχει δικαιώματα σε ομάδες εμπλεκομένων, τροφοδοτώντας δικαστικές διαμάχες, καθώς νέοι νόμοι στην Ευρώπη διευκολύνουν τους πελάτες να υποβάλλουν συλλογικές μηνύσεις.
Στην Ολλανδία, τον Ιούλιο του 2005, ψηφίστηκε ένας νέος Νόμος περί Συλλογικής Διευθέτησης Μαζικών Απαιτήσεων, που για πρώτη φορά επιτρέπει την έγερση συλλογικών μηνύσεων.
Πρόκειται για συλλογικές μηνύσεις ευρωπαϊκού τύπου, που θα διαφέρουν από τις αμερικανικές “class action”. Τα ολλανδικά δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν μόνο μία “ερμηνευτική” απόφαση για το κατά πόσο ένας εναγόμενος ευθύνεται ή όχι, και όχι να επιδικάσουν συγκεκριμένη χρηματική αποζημίωση, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. 
Στη Γερμανία, το Νοέμβριο του 2005, τέθηκε σε ισχύ ένας νέος νόμος, ο Kapmug, που επιτρέπει στους μετόχους να εγείρουν συλλογικές μηνύσεις, σε ομάδες των 10, κατά εταιριών που παρουσιάζουν ψευδείς, παραπλανητικές ή ατελείς πληροφορίες σχετικά με τις κεφαλαιαγορές. Ο νόμος ήρθε ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας δικαστικής διαμάχης κατά της Deutsche Telekom, αναφορικά με χρεόγραφα. 
Στη Γαλλία, το Δεκέμβριο του 2005, μία ομάδα εργασίας που δημιούργησε ο Πρόεδρος Ζακ Σιράκ, υπέβαλε μία έκθεση στους έπουργούς Οικονομικών, Εμπορίου και Δικαιοσύνης αναφορικά με τις συλλογικές μηνύσεις.  
Παρά τη νομοθεσία αυτή, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα εμπόδια για την έγερση συλλογικών μηνύσεων αμερικανικού τύπου (class action). 
Οι αποζημιώσεις για έκτακτες ανάγκες δεν είναι κανόνας στην Ευρώπη, ενώ το κόστος συμμετοχής σε μία μήνυση μειώνει τον αριθμό των ατόμων που μπορούν να συμμετέχουν στο συλλογικό αυτό σχήμα για την υποβολή μιας μήνυσης. Αντίθετα με τις ΗΠΑ, όπου οι ένορκοι αποφασίζουν το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης, στην Ευρώπη την απόφαση αυτή λαμβάνουν δικαστές, μειώνοντας έτσι το ύψος του διακανονισμού. Ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον προς το παρόν, οι ευρωπαϊκές συλλογικές μηνύσεις θα έχουν ένα διακριτικό χαρακτήρα και δεν θα μπορούν να προκαλέσουν αντίκτυπο ίδιο με αυτό των αμερικανικών.

Συνεχίζεται η αύξηση των αγωγών για επαγγελματική αμέλεια
Οι επιδράσεις από την πρόσφατη έκρηξη σκανδάλων εταιρικής διακυβέρνησης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη εξακολουθούν να γίνονται αισθητές, και ενδεχομένως αυτό να διευκολύνει τους ενάγοντες στην έγερση αγωγών επαγγελματικής αμέλειας. 
Την περασμένη χρονιά, πολλές τέτοιες απαιτήσεις υπήρξαν στις Σκανδιναβικές χώρες. Στη Νορβηγία, μεγάλη διεθνής ελεγκτική εταιρία βρέθηκε ένοχη για αμέλεια κατά τον έλεγχο των βιβλίων ενός οργανισμού εισπράξεων, και υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση 40 εκατ. ευρώ. Στις αρχές του έτους, μία άλλη διεθνής ελεγκτική εταιρία, στην ίδια χώρα, υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις ύψους 12,5 εκατ. ευρώ σε νορβηγική τράπεζα, για τη διενέργεια ελλιπούς ελέγχου σε πελάτη της τράπεζας.
Επίσης, μία μεγάλη δικηγορική εταιρία στη Νορβηγία υποχρεώθηκε σε καταβολή αποζημιώσεων ύψους 13 εκατ. ευρώ –ποσό ρεκόρ για δικηγορικές εταιρίες στη χώρα– αναφορικά με το έργο τους σε μια ναυτιλιακή εταιρία το 1998. Οι απαιτήσεις επαγγελματικής ευθύνης παρουσιάζουν αύξηση και στη Δανία και τη Σουηδία.
Μακροπρόθεσμα, οι απαιτήσεις επαγγελματικής ευθύνης θα προέρχονται από την περαιτέρω κίνηση της Ευρώπης προς μία οικονομία των υπηρεσιών. Ολοένα και περισσότερες εταιρίες και άτομα θα έχουν κάλυψη επαγγελματικής ευθύνης και ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν απαιτήσεις αμέλειας. Παραδοσιακά επαγγέλματα, όπως αυτά του δικηγόρου και του γιατρού, θα είναι περισσότερο εκτεθειμένα, λόγω των μεγαλύτερων προσδοκιών εταιρικής διακυβέρνησης και της μεγαλύτερης προτεραιότητας στην εξυπηρέτηση πελατών.

Η βρετανική αγορά προσομοιάζει όλο και περισσότερο στις Η.Π.Α.
Η Βρετανία ξεχωρίζει στην Ευρώπη, ως το κέντρο των δικαστικών διαμαχών. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη το 2005 από την αμερικανική δικηγορική εταιρία Fulbright & Jaworski, κατά μέσο όρο μία μεγάλη βρετανική εταιρία έχει 32 εκκρεμείς δικαστικές διαμάχες 
–λίγο λιγότερες από τον αμερικανικό μέσο όρο των 38. Τα δύο τρίτα των βρετανικών επιχειρήσεων βρέθηκαν στα δικαστήρια το 2005 και οι μισές αναμένουν περισσότερες δικαστικές διαμάχες για το 2006. Συνήθως, οι δικαστικές αυτές διαμάχες αφορούν στο χώρο εργασίας, σε συμβάσεις και σε ευθύνη προϊόντος.
Η Βρετανία εξακολουθεί να ηγείται στις νέες μορφές περιβαλλοντικών απαιτήσεων και κάποιοι πιστεύουν ότι, στο μέλλον, οι συλλογικές μηνύσεις μπορεί να γίνουν πραγματικότητα σε αυτόν τον το-
μέα. 
Στον τομέα της ηχορρύπανσης, μία δικαστική υπόθεση κατά θεματικού πάρκου και θερέτρου στη Βρετανία, μπορεί να επιφέρει επιπτώσεις στους κλάδους αθλητισμού, ψυχαγωγίας και διασκέδασης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά από μία μήνυση που άσκησαν δύο γείτονες, η διοίκηση της επιχείρησης υποχρεώθηκε να μειώσει τα επίπεδα θορύβου στα 40 ντεσιμπέλ, γεγονός που οδήγησε στην κατάργηση ορισμένων δραστηριοτήτων, όπως τα σόου βεγγαλικών, για παράδειγμα. 
Πάλι στη Βρετανία, το έπουργείο Περιβάλλοντος, Τροφίμων και Αγροτικών έποθέσεων εξέδωσε μια νέα οδηγία για τις οσμές, ιδιαίτερα από εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, και αναμένονται συλλογικές μηνύσεις στον τομέα αυτό. Για παράδειγμα, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δουβλίνου, στη Β. Ιρλανδία, βρίσκεται αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο μεγάλων αποζημιώσεων, αφού μια ομάδα ιδιοκτητών απείλησε με ασφαλιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση των οσμών που εκλύονται από μια μονάδα επεξεργασίας λυμάτων και με μήνυση για αποζημίωση.

Εξελίξεις στις Η.Π.Α.
Αρκετές εξελίξεις στις Η.Π.Α. προσέλκυσαν την προσοχή των Ευρωπαίων διαχειριστών εταιρικών κινδύνων.
Η πρώτη είναι η συνεχιζόμενη δικαστική διαμάχη που σχετίζεται με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Περισσότεροι από 7.000 διασώστες και εθελοντές έχουν υποβάλει συλλογική μήνυση από το Σεπτέμβριο του 2004, ισχυριζόμενοι ότι η εργασία διάσωσης τους προκάλεσε ασθένειες. 
Σύμφωνα με τον ισχυρισμό, δεν δόθηκε επαρκής εξοπλισμός στους εργάτες και, χωρίς να το θέλουν, εισέπνευσαν αμίαντο, γυαλί, βαρέα μέταλλα και άλλα τοξικά υλικά που εκλύθηκαν κατά την κατάρρευση των πύργων. 
Σε μία άλλη πολύ σημαντική, σχετική με την τρομοκρατία, υπόθεση, μία διεθνής αλυσίδα ξενοδοχείων έχει μηνυθεί στις ΗΠΑ για λογαριασμό των θυμάτων της τρομοκρατικής βομβιστικής επίθεσης σε ένα από τα ξενοδοχεία της το 2004. Με τη μήνυση υποστηρίζεται ότι το ξενοδοχείο επέδειξε αμέλεια στη διασφάλιση της ασφάλειας των πελατών του, εφόσον η έλλειψη επαρκών μέτρων ασφάλειας επέτρεψε στο βομβιστή αυτοκτονίας να οδηγήσει το αυτοκίνητο μέσα στο ξενοδοχείο και να πυροδοτήσει τη βόμβα.
Πρόκειται για μία σημαντική υπόθεση, η οποία μπορεί να σημαίνει ότι οργανισμοί που δέχονται τρομοκρατικές επιθέσεις μπορεί να κριθούν υπαίτιοι για γεγονότα που δεν θα μπορούσαν εύκολα να προβλέψουν.
Η απόρριψη, το Σεπτέμβριο του 2005, μιας μεγάλης μήνυσης κατά του κλάδου αλκοολούχων ποτών, μπορεί να δίνει λίγες ελπίδες στον ευρωπαϊκό κλάδο. Στις ΗΠΑ σήμερα, μεγάλες μηνύσεις έχουν γίνει κατά όλων σχεδόν των μεγάλων κατασκευαστών ποτών, με το επιχείρημα ότι οι εταιρίες αυτές διαφημίζονται σε ανηλίκους και ενθαρρύνουν τους νέους να πίνουν τη μάρκα τους. Εντούτοις, τα δικαστήρια απέρριψαν τις πρώτες τέσσερις δίκες, με το σκεπτικό ότι οι ενάγοντες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι οι διαφημίσεις των εταιριών ζημίωσαν τα παιδιά τους.

Μείωση του κόστους ασφάλισης
Σε μία ολοένα και πιο ήπια αγορά, οι ασφαλιστές είναι διατεθειμένοι να λάβουν λιγότερη πληροφόρηση από εταιρίες που αναζητούν να μεταφέρουν τον κίνδυνό τους. Με χαμηλότερα ασφάλιστρα, ο πελάτης έχει την εντύπωση ότι πέτυχε καλύτερη συμφωνία και μειώνεται ή και λείπει η εστίαση στο μετριασμό και την ορθή παρουσίαση του κινδύνου. Ωστόσο, ακόμα και σε μία ήπια αγορά, εταιρίες που εστιάζουν στη διαχείριση ενός κινδύνου, δεν παρέχουν μόνο ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους εαυτούς τους, αλλά επιτυγχάνουν, αφενός, καλές εκπτώσεις στα ασφάλιστρα και, αφετέρου, καλύτερες συμφωνίες για την απαλλαγή.
Οι ασφαλιστικές αγορές λειτουργούν γύρω από τρεις αλληλένδετες έννοιες:
– τι γνωρίζουμε; –τι στοιχεία έχουμε και τι σημαίνουν αυτά;
– τυχαίο/απρόβλεπτο –το συμβάν της απαίτησης ήταν απρόβλεπτο και δεν προκλήθηκε σκοπίμως από τον ασφαλιζόμενο και
– οικονομική αποδοτικότητα –το κόστος ασφαλίστρων, αξία για τον ασφαλισμένο, κέρδος για τον ασφαλιστή.

Η καλή διαχείριση κινδύνου μπορεί να επιτύχει δύο πράγματα που παρέχουν στους ασφαλιστές μία καλύτερη εικόνα του κινδύνου που καλούνται να ασφαλίσουν, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση των ασφαλίστρων:
1. Διαχείριση κινδύνου για την καλύτερη πληροφόρηση των ασφαλιστών.
Λεπτομερείς, μετρήσιμες πληροφορίες για τον κίνδυνο και εκτιμήσεις απωλειών επηρεάζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις ασφάλισης. Στοιχεία για την περιουσία και τη διακοπή εργασιών βελτιώνουν την ποιότητα των πληροφοριών που λαμβάνει ο ασφαλιστής και παρέχουν τις καλύτερες δυνατές εκτιμήσεις απωλειών, ώστε να μπορεί αυτός να οδηγηθεί στην καλύτερη επιλογή. Επίσης, ελέγχουν το υπάρχον ασφαλιστικό πρόγραμμα και μετά από μία λεπτομερέστερη ανάλυση, μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση του κινδύνου της αλυσίδας διάθεσης  ενός οργανισμού και των αδύνατων σημείων εξάρτησης αυτής.
2. Δραστηριότητες Διαχείρισης Κινδύνου με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του κινδύνου 
Ένας οργανισμός μπορεί να επιδείξει τη δέσμευσή του για τη διαχείριση μεγάλων εκθέσεων σε κίνδυνο, για παράδειγμα μέσω πυροπροστασίας, διαχείρισης επιχειρησιακής συνέχειας και ευθύνης εργοδότη. Εάν υπάρχει σχεδιασμός και ακολουθούνται συγκεκριμένες διαδικασίες σε αυτούς και άλλους τομείς, ο ασφαλιστής έχει στα χέρια του αποδείξεις ότι ο οργανισμός αντιμετωπίζει τη διαχείριση κινδύνου με σοβαρότητα. Μειώνεται η μέγιστη δυνατή απώλεια για τους ασφαλιστές, εφόσον διασφαλίζεται ότι υπάρχουν καταρτισμένες στρατηγικές αποκατάστασης ζημιών. Επίσης, μπορεί να παρέχει συγκριτικό πλεονέκτημα, σε περίπτωση που και άλλοι παραγωγοί πληγούν από την ίδια απώλεια και μπορεί να συμβάλει στη διαχείριση των απωλειών που δεν καλύπτονται από την παραδοσιακή ασφάλιση, σε περίπτωση μεγάλης διακοπής εργασιών.

Σημεία αναφοράς ορίων
Οι πληροφορίες της έκθεσης για την τιμολόγηση και τα όρια που δίνονται, παρέχουν ένα ποσοτικό σημείο αναφοράς για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα όρια ευθύνης. Για παράδειγμα, φαίνεται ότι οι οργανισμοί, γενικά, δεν αύξησαν σημαντικά τα όριά τους το 2006, παρά τη σημαντική πτώση των τιμών. Ένα από τα σημαντικά σημεία που προκύπτουν από τα στοιχεία είναι η προφανής προθυμία των εταιριών, που στο πρόσφατο παρελθόν έχουν υποστεί μεγάλη απώλεια, να αγοράσουν όρια υψηλότερα από αυτές που δεν έχουν υποστεί απώλεια. Οι εταιρίες αυτές αντιλαμβάνονται ότι οι αποφάσεις κάλυψης ευθύνης δεν βασίζονται μόνο στο ύψος των τιμών.
Οι εταιρίες που αγοράζουν όρια χαμηλότερα από αυτά που υποδεικνύει το σημείο αναφοράς της Marsh, μπορεί να εφαρμόζουν άλλες στρατηγικές μετριασμού του κινδύνου για την ελαχιστοποίηση του αντίκτυπου απρόβλεπτων γεγονότων και, συνεπώς, μπορεί να μην εξαρτώνται τόσο πολύ από τις ασφαλιστικές αγορές. Ή μπορεί απλά να είναι υποασφαλισμένες.
Αντίστοιχα, εταιρίες που πληρώνουν περισσότερα ανά εκατομμύριο από το σημείο αναφοράς, μπορεί να μην κάνουν αρκετά για να δείξουν στους ασφαλιστές ότι καταβάλλουν προσπάθειες μετριασμού του κινδύνου. Ή μπορεί απλά να πληρώνουν πολλά.

Ενδεδειγμένες ενέργειες
Με δεδομένο το περιορισμένο βάθος ανάλυσης της έρευνας, είναι αναπόφευκτο ότι πολλές εταιρίες θα πληρώνουν λιγότερα ή περισσότερα ανά εκατομμύριο κάλυψης σε σχέση με το μέσο όρο που θέτει η έρευνα, και θα αγοράζουν μεγαλύτερα ή μικρότερα όρια από αυτό το μέσο όρο. Οι εταιρίες πρέπει να είναι σε θέση να απαντήσουν τις παρακάτω δύο ερωτήσεις με βεβαιότητα και με στοιχεία που στηρίζουν τις απαντήσεις τους:
1.  Αγοράζει η εταιρία τα σωστά όρια ασφάλισης ευθύνης για τις δραστηριότητές της;
2.  Πληρώνει η εταιρία τις καλύτερες δυνατές τιμές για την κάλυψη ευθύνης;
Εάν στα δύο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση δεν είναι ένα σίγουρο ναι, τότε οι παρακάτω συστάσεις μπορεί να βοηθήσουν στον προσδιορισμό του σωστού προφίλ κινδύνου της επιχείρησης (και ως εκ τούτου της πραγματικής έκθεσης ευθύνης) και να βοηθήσουν στη διαπραγμάτευση καλύτερης τιμής.
Δεν υπάρχει μία απλή φόρμουλα που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει για να συνδυάσει όλες τις πληροφορίες της έρευνας αυτής και να βρει το “σωστό” όριο για κάθε εταιρία. Αντίθετα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για να βοηθάει τις εταιρίες στη λήψη καλύτερων αποφάσεων για τις δικές τους μοναδικές συνθήκες. 
Κάποιες από τις ενέργειες που μπορούν να ωφελήσουν την επιχείρηση είναι οι ακόλουθες:
– Τακτική αξιολόγηση και ιεράρχηση των εκθέσεων σε κίνδυνο.
– Μελέτη μικροατυχημάτων και παρ’ ολίγον ατυχημάτων, για να δείτε τι θα είχε γίνει εάν κάτι άλλο είχε πάει στραβά –ποιο είναι το χειρότερο σενάριο;
– Μην αποκλείετε τις εκθέσεις σε κινδύνους που μοιάζουν απίθανοι –ιδιαίτερα εάν κάποια αντίστοιχη με εσάς εταιρία στον κλάδο, την περιοχή σας ή κάποια άλλη ομάδα, έχει υποστεί σχετική απώλεια.
– Να λαμβάνετε πάντα υπόψη τον αντίκτυπο του πληθωρισμού σε πιθανές επιδικάσεις αποζημιώσεων, από δίκες που μπορεί να ολοκληρωθούν μετά από πέντε ή και περισσότερα χρόνια.
– Να παρακολουθείτε τις εξελίξεις στο νομικό τομέα, αλλά να μη βασίζετε τις ελπίδες σας σε αυτές. Μη υποτιμήσετε την ικανότητα των δικηγόρων του ενάγοντος, να βρουν νέους τρόπους επίθεσης.
– Να θυμάστε ότι, παρόλο που οι τιμές ασφάλισης ακολουθούν κυκλική πορεία, οι τάσεις των ζημιών δεν το κάνουν.
– Κατά τη λήψη αποφάσεων για την αγορά ορίων ασφάλισης, δεν θα ήταν συνετό να βασίζεστε αποκλειστικά στον παράγοντα τιμή. 
– Εξετάστε ένα μεγάλο εύρος επιλογών για τη διαμόρφωση των ορίων ευθύνης σας. Ενδείκνυται να διαμορφώσετε πρόγραμμα διαβαθμισμένης ασφάλισης ορίων κάλυψης, ασφαλίζοντας ένα σημαντικό όριο κάλυψης (primary layer) και αγοράζοντας επιπλέον κάλυψη με δευτέρου επιπέδου συμβόλαιο, το οποίο θα λειτουργήσει μετά από εξάντληση του ορίου του συμβολαίου του πρώτου επιπέδου (excess layer), επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο εξοικονόμηση ασφαλίστρων.

 

*Στο τεύχος Δεκεμβρίου (σελ.38) της Ασφαλιστικής Αγοράς θα βρείτε επιπλέον τον πίνακα που παρουσιάζει τις τιμές αγοράς ορίων ασφάλισης ευθύνης σε τρίτους, όπως αυτές προκύπτουν από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η MARSH, βασισμένα στο ευρύτατο πελατολόγιό της.

Προηγούμενο άρθροΠροστασία Περιβάλλοντος: Το νέο θεσμικό πλαίσιο και οι επιπτώσεις του για τις επιχειρήσεις
Επόμενο άρθροΓΙΑΤΙ; Αιφνιδιάζει η Κυβέρνηση με σκληρά μέτρα για όλους, ακυρώνοντας τις “δεσμεύσεις” της