Διοικώντας σε εποχή οικονομικής ύφεσης – Μπορούν να θωρακιστούν οι επιχειρήσεις

236

Η Έκθεση της Marsh

Το ότι η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται ταχύτατα αποτελεί αναμφισβήτητα άσχημo νέο για τις εταιρείες που έχουν υψηλά χρέη ή έχουν ανίσχυρα επιχειρηματικά μοντέλα, όπως αποδεικνύεται από τις πρόσφατες χρεοκοπίες εκατοντάδων επιχειρήσεων σε όλη την Ευρώπη. Αλλά τι επίπτωση θα έχει αυτή η ύφεση σε σωστά διαχειριζόμενες επιχειρήσεις, με ισχυρά χρηματοοικονομικά μεγέθη; Μπορούν οι επιχειρήσεις να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους, να αναδυθούν από την ύφεση βασισμένες στο ανθρώπινο και κεφαλαιακό τους δυναμικό και να αναπτυχθούν στο μέλλον;
Η έκθεση της Marsh (του μεγαλύτερου μεσίτη ασφαλίσεων και σύμβουλου διαχείρισης κινδύνων στον κόσμο) αναγνωρίζει μια σειρά ενεργειών που μπορούν να βελτιώσουν την προσαρμοστικότητα μιας επιχείρησης, αυτή την περίοδο της οικονομικής ύφεσης. Τα βήματα που προτείνονται μπορούν εύκολα να βελτιώσουν την απόδοση μιας επιχείρησης σε καλές εποχές, ενώ σε περίοδο οικονομικής ύφεσης μπορούν να επαυξήσουν την ικανότητα επιβίωσής της. Εξάλλου, υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν ήδη αποδείξει ότι, ακόμη και σε δύσκολους οικονομικά καιρούς, ευκαιρίες μπορούν να βρεθούν, ιδιαίτερα με την απόκτηση επιχειρήσεων που δεν είναι αρκετά εύρωστες για να αντέξουν τα κύματα των οικονομικών κραδασμών. 
Η υφιστάμενη οικονομική κρίση ανέδειξε αλληλεξαρτήσεις σε πολλές περιοχές κινδύνου, παγκοσμίως. Για παράδειγμα, η μείωση στην παραγωγή οδήγησε σε μείωση της ζήτησης για ανακυκλωμένα υλικά. Τι επίπτωση θα έχει αυτό στις προσπάθειες να διαχειριστούμε περιβαλλοντικούς κινδύνους; Ενώ η κατάρρευση της τιμής πετρελαίου, εν μέρει και πάλι από την πτώση των βιομηχανικών απαιτήσεων και της επιβράδυνσης των αναδυόμενων αγορών, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των γεωπολιτικών κινδύνων.
Μολονότι η οικονομική κρίση είναι στο προσκήνιο σήμερα, θέματα όπως κλιματικές αλλαγές, περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, τρομοκρατία, παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας συνεχίζουν να υφίστανται. Οι ιδέες και λύσεις που παρουσιάζονται από τη Marsh μπορούν να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εργαλείο, που θα βοηθήσει τις εταιρείες να προστατευτούν έναντι αυτών αλλά και άλλων αναδυόμενων κινδύνων.
 

Μια εναλλακτική πρόταση στην ασφάλιση
Όταν η ασφάλιση δεν χρησιμοποιείται με το βέλτιστο τρόπο, μπορεί να αποτελεί “αιμορραγία” για το κεφάλαιο της επιχείρησης. Εντούτοις, παραμένει πάντα μία από τις πολλές επιλογές, στο να βοηθηθούν οι επιχειρήσεις να διαχειριστούν και να χρηματοδοτήσουν την έκθεσή τους στον κίνδυνο. 
Μετά την πληρωμή των ασφαλίστρων, το κεφάλαιο που επενδύθηκε παύει να είναι διαθέσιμο, μια και στην περίπτωση που η εταιρεία αντιμετωπίσει λίγες ή και καθόλου ζημιές μέσα στο χρόνο, δεν μπορεί να πάρει πίσω το κεφάλαιο αυτό. Αντίθετα, εάν η επιχείρηση αποφασίσει να κρατήσει ένα μέρος του κινδύνου από το να τον ασφαλίσει, εάν αντιμετωπίσει τον ίδιο χρόνο λίγες ζημιές, το κεφάλαιο παραμένει ακόμη διαθέσιμο προς επένδυση.
Πολλοί Οικονομικοί Διευθυντές απορρίπτουν αυτή την τελευταία προσέγγιση, ισχυριζόμενοι ότι, παρ’ όλη τη θύελλα στις οικονομικές αγορές, η ασφάλιση έχει παραμείνει σχετικά φθηνή και προσφέρει καλή αξία, τη στιγμή που υπάρχουν άλλες σημαντικές πιέσεις στον ισολογισμό της επιχείρησης. Αλλά αυτή η προσέγγιση παραλείπει δύο θέματα: 
Πρώτον, ότι το κόστος της ασφάλισης δεν θα παραμείνει στα ίδια επίπεδα για πάντα. Η αβεβαιότητα που επικρατεί στις αγορές κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένης και της κεφαλαιακής επάρκειας μερικών ασφαλιστών, σημαίνει ότι στο μέλλον μπορεί να υπάρξουν “αγκαθωτές” περίοδοι με αυξητικές τάσεις και περιορισμένη δυνατότητα κάλυψης, τουλάχιστον σε ορισμένες ασφαλίσεις.
Δεύτερον, και πιο ουσιαστικό, με το να επικεντρώνονται οι επιχειρήσεις μόνο στο κόστος της ασφάλισης, αγνοούν την ευκαιρία να βρουν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στη μεταφορά κινδύνου στον ασφαλιστή και στη χρηματοδότηση ενός μέρους του κινδύνου από τους ίδιους. Στη Marsh αυτό ονομάζεται Βελτιστοποίηση της Μεταφοράς Κινδύνων (Risk Transfer Optimization).
Η διαδικασία αναγνώρισης της βέλτιστης λύσης στη χρηματοδότηση του κινδύνου απαιτεί τρεις πηγές πληροφόρησης από τον οργανισμό: χρηματοοικονομική, ηγεσίας και ασφαλιστική. Είναι ο συνδυασμός αυτών των συντελεστών που θα δώσει το βέλτιστο σχέδιο στη χρηματοδότηση του κινδύνου.
Μέσα από αναλύσεις, η επιχείρηση θα έχει εικόνα στις χρηματοοικονομικές όψεις του κινδύνου –τη βέλτιστη οικονομική άποψη, όπως ονομάζεται. Η διοίκηση της επιχείρησης θα έχει μια καλή απεικόνιση του μίγματος των στρατηγικών ή μη στρατηγικών κινδύνων. Συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές τις απεικονίσεις αποτελούν το βέλτιστο ηγεσίας (leadership optimal).
Ενώ, το τρίτο, που αποτελεί και το ευρύτερο μέρος της πληροφόρησης του μίγματος, είναι η τιμολόγηση από την ασφαλιστική αγορά, ήτοι το ασφαλιστικό βέλτιστο.

Τι είναι το βέλτιστο πρόγραμμα χρηματοδότησης κινδύνων;
Τόσο το χρηματοοικονομικό βέλτιστο, όσο και το βέλτιστο ηγεσίας αλλά και το ασφαλιστικό βέλτιστο αποτελούν απαραίτητες παραμέτρους στις αποφάσεις μιας επιχείρησης, αλλά δεν επαρκεί το καθένα από μόνο του. Ο συνδυασμός και των τριών αυτών διαφορετικών εργαλείων μπορεί μόνο να βοηθήσει στη σχεδίαση του βέλτιστου προγράμματος χρηματοδότησης κινδύνων.
Μία αξιολόγηση για κάθε προϊόν αυτής της διαδικασίας μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό πλαίσιο διακυβέρνησης. Ένα διοικητικό συμβούλιο θα μπορεί να δείξει στους μετόχους γιατί αγοράζουν τα ασφαλιστικά όρια που αγοράζουν, τι βρίσκεται πίσω από την απόφαση των απαλλαγών και γιατί επέλεξαν τους συγκεκριμένους ασφαλιστές γι’ αυτούς τους κινδύνους.
Σκεφθείτε δύο επιχειρήσεις. Και οι δύο προγραμματίζουν σε τριετή βάση, έχουν τον ίδιο αριθμό προσωπικού, λειτουργούν σε παρόμοιες εγκαταστάσεις και έχουν παρόμοιο ιστορικό ζημιών. Η πρώτη εταιρεία αποφασίζει να ασφαλιστεί πλήρως, με κόστος ασφάλισης 10 εκατομμύρια ευρώ. Η δεύτερη εταιρεία προσεγγίζει πιο στρατηγικά τη χρηματοδότηση του κινδύνου της, ακολουθώντας τα παρακάτω βήματα:
1. Η Διεύθυνση της επιχείρησης αποφασίζει ότι, ακόμη και υπό αυτές τις οικονομικές συνθήκες, μπορεί να αντέξει να βασιστεί λιγότερο στην ασφάλιση για να προστατέψει την επιχείρηση. Επιβεβαιώνει αυτή την απόφαση μέσω μιας άσκησης αντοχής στον κίνδυνο, εξετάζοντας το υφιστάμενο και μελλοντικό προφίλ κινδύνου, τη δύναμη των ελέγχων διαχείρισης και την εμπειρία σε θέματα ζημιών και πώς αυτό το ιστορικό ζημιών συγκρίνεται με άλλες εταιρείες με συναφή δραστηριότητα. Αυτό θα βοηθήσει τη Διοίκηση της επιχείρησης να αποφασίσει από ποιο σημείο θα είναι έτοιμη να αρχίσει να πληρώνει μελλοντικές ζημιές και σε ποιο σημείο θα θέλει να σταματήσει να πληρώνει (materiality threshold).
2. Ελέγχει το υφιστάμενο ασφαλιστικό πρόγραμμα έναντι του προφίλ κινδύνου της προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχουν σημαντικές εκθέσεις στον κίνδυνο που δεν έχουν ληφθεί υπόψη. Σε περίπτωση που υπάρχουν, συμφωνεί μια εναλλακτική στρατηγική στην ασφάλιση.
3. Διεξάγει βελτιώσεις στο περιβάλλον της για έλεγχο των κινδύνων –τοποθέτηση πυροσβεστήρων οροφής σε όλες τις αποθήκες– και βελτιώνει τα θέματα επιχειρησιακής της συνέχειας, τα οποία θα βοηθήσουν σημαντικά στη μείωση της έκθεσής της σε διακοπή εργασιών.
4. Χρησιμοποιώντας τεχνικές μοντελοποίησης του κινδύνου, αναπτύσσει μία σειρά επιλογών στη δομή του προγράμματος, καθεμία από τις οποίες αντικατοπτρίζει μια διαφορετική προσέγγιση στην κράτηση ή μεταφορά του κινδύνου, και λαμβάνει υπόψη τα μεταβλητά κόστη του κεφαλαίου. Εξετάζει εναλλακτική χρηματοδότηση κινδύνου, όπως ίδρυση Captive ασφαλιστικής εταιρείας.
5. Τέλος, οδηγείται σε ένα βέλτιστο πρόγραμμα χρηματοδότησης των κινδύνων. Εξασφαλίζει προνομιακούς όρους των κινδύνων που μετακυλύει στις ασφαλιστικές αγορές, αποδεικνύοντας τις βελτιώσεις που πέτυχε στον έλεγχο των κινδύνων του περιβάλλοντός της.
Το συνολικό κόστος κινδύνου για τη δεύτερη επιχείρηση είναι 8 εκατ. ευρώ. Στο κόστος αυτό έχει υπολογιστεί το κόστος κράτησης ζημιών, του κεφαλαίου και του κινδύνου που μετακύλυσε στην ασφαλιστική αγορά. Μολονότι η ασφάλιση μπορεί αρχικώς να εμφανίζεται ως η συμφέρουσα επιλογή, η επιχείρηση πέτυχε να μειώσει τη συνολική της επένδυση στον κίνδυνο βελτιστοποιώντας το ισοζύγιο μεταξύ ασφάλισης, κράτησης και ελέγχου. Η επιχείρηση αυτή δείχνει να έχει πραγματοποιήσει βελτιώσεις στη διαχείριση κινδύνων της και, επειδή αγοράζει χαμηλότερα επίπεδα ασφάλισης, θα είναι λιγότερο δεσμευμένη σε περίπτωση που το κόστος της ασφάλισης αυξηθεί τα επόμενα χρόνια. Επίσης, ελευθέρωσε 2 εκατ. ευρώ κεφάλαιο, τα οποία στο παρελθόν διαγράφονταν από το κεφάλαιό της και δεν ήταν διαθέσιμα προς επένδυση.
Αποφάσεις γύρω από τη στρατηγική χρηματοδότησης κινδύνων και των σχετικών διευθετήσεων που χρειάζονται είναι σπανίως σαφείς. Ωστόσο, σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν ακολουθεί την προσέγγιση της δεύτερης επιχείρησης, ενδεχομένως δεν έχει επιτύχει το βέλτιστο αποτέλεσμα στην απόδοση του κεφαλαίου που χρησιμοποιεί για τη χρηματοδότηση των κινδύνων της.
Ασφάλιση πιστώσεων
Μία δεύτερη ανάγκη που ανέδειξε η οικονομική ύφεση είναι η ασφάλιση πιστώσεων, που αποτελεί μια ασπίδα κατά των δύσκολων καιρών που έρχονται.
Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν την ασφάλιση πιστώσεων για να προστατευτούν από τις επιπτώσεις μη πληρωμών ή καθυστερήσεων από τους πελάτες τους. Όσο και εάν το υφιστάμενο κλίμα έχει κάνει πιο επιφυλακτικούς τους ασφαλιστές στο να ασφαλίζουν αυτούς τους κινδύνους, τα καλά νέα είναι ότι στο τέλος του 2008 η ασφάλιση πιστώσεων συνέχιζε να είναι διαθέσιμη για υγιείς επιχειρήσεις.

Μαθήματα του παρελθόντος
Τι έμαθαν οι ασφαλιστές ασφάλισης πιστώσεων σε προηγούμενες κρίσεις;
 
Πρώτον, όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνονται παγκοσμίως, υπάρχει αύξηση φαινομένων μη πληρωμής. Τα προηγούμενα πέντε χρόνια, τα ποσοστά ζημιών (ποσοστό που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ ασφαλίστρων και ζημιών που πληρώθηκαν) ήταν της τάξης του 40% με 50% και θεωρούνταν φυσιολογικά. Ωστόσο, από το Νοέμβριο του 2008 ο δείκτης ζημιάς ξεπέρασε το 70% και υπολογίζεται ότι θα συνεχίσει να ανεβαίνει.
Δεύτερο, η ιστορία έχει δείξει ότι, σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, τα διαθέσιμα κεφάλαια των ασφαλιστών τείνουν να μειώνονται. Ωστόσο, το 2008 ο αριθμός των αιτημάτων για ασφάλιση πιστώσεων αυξήθηκε, δίνοντας στους ασφαλιστές τη δυνατότητα να είναι πιο επιλεκτικοί για τις εργασίες που αναλαμβάνουν και να απαιτούν περισσότερη πληροφόρηση και διαφάνεια από κάθε πιθανό αγοραστή της συγκεκριμένης ασφάλισης.
Ενώ ορισμένοι ασφαλιστές είναι πιο προσεκτικοί –προτιμούν να διατηρούν τον κίνδυνο που σήμερα αναλαμβάνουν στα ίδια επίπεδα και να μην αναπτύσσονται πολύ γρήγορα ή ακόμη προτιμούν να αποσυρθούν από τη συγκεκριμένη αγορά–, άλλοι ασφαλιστές επιδιώκουν γρήγορη ανάπτυξη και διαθέτουν διαρκώς μεγαλύτερα κεφάλαια ανάληψης κινδύνων από το 2008. Αναμφίβολα, αυτοί οι ασφαλιστές έχουν επιλέξει προσεκτικά τους κινδύνους που αναλαμβάνουν και διαχειρίζονται την έκθεσή τους σε κακούς κινδύνους. Οι εργασίες τους στο σύνολό τους δείχνουν να διευρύνονται και βλέπουν το υφιστάμενο οικονομικό περιβάλλον ως ευκαιρία.
Παρά τα παραδείγματα γρήγορης ανάπτυξης, περισσότερο από το 80% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ακόμη δεν έχουν πρόγραμμα ασφάλισης πιστώσεων. Αυτό αποτελεί έκπληξη, τη στιγμή που τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα τείνουν να βλέπουν την ασφάλιση πιστώσεων ως την πιο κατάλληλη εγγύηση ή εξασφάλιση για να υποστηρίξουν προγράμματα χρηματοδότησης, υπέρβασης πιστωτικού ορίου και πακέτα επαναχρηματοδότησης. Και με βάση την εμπειρία, οι τράπεζες όλο και περισσότερο ζητούν από τις επιχειρήσεις να διαθέτουν ασφάλιση πιστώσεων πριν τις δανείσουν, είτε αυτές είναι μικρές είτε μεσαίες ή μεγάλες επιχειρήσεις. Επίσης, πριν αποκτήσουν αυτά τα ασφαλιστικά προϊόντα, οι εταιρείες που εμπορεύονται σε περιόδους ύφεσης πρέπει να αποδείξουν στους ασφαλιστές ότι είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί στη διαχείριση των κινδύνων τους.
Σε περίπτωση μιας εξαγοράς, ένας καλός συντελεστής επιτυχίας αποδεικνύεται να είναι το κατά πόσο η εταιρεία μπορεί να εκτιμήσει, να ελέγξει και να επανεξετάσει τα πιστωτικά όρια στα οποία εκτίθεται. Οι περισσότεροι ασφαλιστές, σήμερα, επιμένουν να έχουν πρόσβαση σε αυτή την πληροφορία, πριν αποδεχθούν οποιαδήποτε ασφάλιση. Επιπλέον, ως εξασφάλιση οι περισσότεροι ασφαλιστές προτιμούν να συμπεριλαμβάνουν τις διαδικασίες διαχείρισης πιστώσεων της εταιρείας στα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους. Αυτό εξασφαλίζει ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο λαμβάνει υπόψη του τις καθημερινές διαδικασίες και πρωτόκολλα λειτουργίας της επιχείρησης ενώ μειώνει το πιθανό διαχειριστικό βάρος μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου.
Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ασφάλισης πιστώσεων έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά στο κόστος ασφάλισης αλλά όσο οι ζημιές και οι απώλειες αυξάνουν, αυτό θα σταματήσει. Οι ασφαλιστές ενδιαφέρονται να συζητούν με εταιρείες που διαθέτουν καλή διαχείριση κινδύνων και που διοικούνται καλά. Οι εταιρείες που μπορούν ακριβώς να εκτιμήσουν, να ελέγξουν και να κατανοήσουν την έκθεσή τους σε κινδύνους και για όλες τις εργασίες τους θα έχουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

Ευθύνες και κίνδυνοι
Σε περίοδο οικονομικής ύφεσης, οι Διευθυντές και τα Στελέχη των επιχειρήσεων αντιμετωπίζουν τον όλο και αυξανόμενο κίνδυνο να υπάρξουν απαιτήσεις εναντίον τους, όπως για περιπτώσεις που δεν κατάφεραν να προβλέψουν κέρδη ή δεν ανταποκρίθηκαν σε δάνεια της επιχείρησης. Επίσης, οι όλο και μεγαλύτεροι και αυστηρότεροι έλεγχοι των ρυθμιστικών αρχών μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του συγκεκριμένου κινδύνου. Καθώς επίσης και το γεγονός ότι μια επιχείρηση επιδιώκει να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο ή και το δανεισμό της από δημόσια διάθεση. Η ασφάλιση Διευθυντών και Στελεχών μπορεί να προσφέρει προστασία και να βοηθήσει τα στελέχη μια επιχείρησης να αισθανθούν άνετα στο να πάρουν έστω και σκληρές αποφάσεις για την επιχείρηση.
Η ασφάλιση Διευθυντών και Στελεχών δεν είναι ακόμη ακριβή. το κόστος ασφάλισης για τους  περισσότερους τομείς/κλάδους συνεχίζει να μειώνεται, λόγω του ανταγωνισμού που υπάρχει μεταξύ των ασφαλιστών. Αλλά στα πλαίσια των συνδεδεμένων κινδύνων με την οικονομική ύφεση, μια αύξηση μπορεί να συμβεί καθώς και να υπάρξει μια έλλειψη τόσο στο ασφαλιστικό όσο και στο αντασφαλιστικό διαθέσιμο κεφάλαιο.
Σε κάποιους τομείς τα ασφάλιστρα για ασφάλιση Διευθυντών και Στελεχών έχουν ήδη αυξηθεί και οι  εταιρείες οφείλουν να επιδείξουν ότι λαμβάνουν μέτρα στο να διαχειριστούν αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι, θα μπορέσουν να επωφεληθούν από την ανταγωνιστική τάση της αγοράς και να μειώσουν το κόστος κάλυψης.
Οι εταιρείες θα πρέπει ακόμη να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές με τους όρους των συμβολαίων και να διασφαλίσουν ότι είναι οι κατάλληλοι για την περίπτωσή τους. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια διαφέρουν μεταξύ τους, γι’ αυτό και οι μεγάλες επιχειρήσεις επιζητούν τη γνώμη ενός ειδικού, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι θα έχουν το συμβόλαιο εκείνο που ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις της επιχείρησης. 
Στις δύσκολες οικονομικά συνθήκες οι εταιρείες επιδιώκουν να μειώσουν τα κόστη τους όπου μπορούν. Η προστασία των Διευθυντών και Στελεχών των επιχειρήσεων είναι ένας τομέας στον οποίο οι εταιρείες πρέπει να συνεχίσουν να επενδύουν.

Εμπορική δραστηριότητα και κίνδυνοι
Στην οικονομική κρίση οι παλιοί κίνδυνοι μεγεθύνονται και νέοι κίνδυνοι αναδύονται. έτσι, οι πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις αυξάνονται. Σημαντικοί εμπορικοί συνεργάτες μιας επιχείρησης μπορεί άξαφνα να αντιμετωπίσουν κινδύνους που να επηρεάσουν τη βιωσιμότητά τους, γεγονός που μπορεί να απειλήσει και την ικανότητα της επιχείρησης να εμπορεύεται. Ένας πλήρης εσωτερικός και εξωτερικός έλεγχος των ευάλωτων σημείων θα βοηθήσει την επιχείρηση να κατανοήσει τις αδυναμίες, όπου υπάρχουν, ώστε να προετοιμαστεί στο να διαχειριστεί τυχόν αποτυχίες.
Αυτός ο έλεγχος μπορεί να έχει τη μορφή ενός σχεδίου επιχειρησιακής συνέχειας ή και ενός κατάλληλα δομημένου ασφαλιστικού προγράμματος. Η προτεραιότητα είναι να παρθούν όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της αλυσίδας προστιθέμενης αξίας (value chain) και όχι μόνο του χρηματοοικονομικού τομέα. Εφαρμόζοντας μια επιχείρηση μια αυστηρή ανάλυση όλης της αλυσίδας προστιθέμενης αξίας, θα μπορέσει να επιβιώσει σε μια οικονομική ύφεση, με τις κυριότερες εξαρτήσεις της και τις κυριότερες συνεργασίες της ανέπαφες.
Οι οργανισμοί χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να συμφωνήσουν τι σημαίνει γι’ αυτούς παραμένω ανθεκτικός στην κρίση. Προβλήματα μπορεί να προκύψουν για οργανισμούς που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τις αλληλεξαρτήσεις που υπάρχουν σε τομείς όπως στο χρηματοοικονομικό, υγιεινής και ασφάλειας, και λειτουργίας της επιχείρησης. Ερωτήσεις πρέπει να γίνουν για να προσδιοριστούν οι δραστηριότητες και τα περιουσιακά στοιχεία που είναι υψίστης σημασίας για την επιχείρηση και πώς αυτά είναι εκτεθειμένα και τι επενδύσεις πρέπει να γίνουν για να προστατευτούν. Αυτή η διαδικασία ανάλυσης των κινδύνων και άμβλυνσής τους είναι πρωταρχικής σημασίας για να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα της επιχείρησης με όρους που θα συνδέονται με τους στρατηγικούς στόχους της και που μπορεί μελλοντικά να σημαίνει και άλλα οφέλη για την επιχείρηση. 
Μια επιχείρηση, επομένως, θα πρέπει να επικεντρωθεί στις πιθανές επιπτώσεις των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται και να μελετήσει τις αιτίες σε βαθμό που θα τη βοηθήσει στην άμβλυνσή τους.

 

Προηγούμενο άρθροAIG Greece: Παραγωγή ασφαλίστρων 29,6 εκατ. ευρώ το α’ εξάμηνο
Επόμενο άρθροΚαι έπεται συνέχεια;