Επεισόδια στην Αθήνα (ρεπορτάζ – μέρος Β)

325
Οι απόψεις των διαμεσολαβητών και του πραγματογνώμονα 
 
Των Σούλας Κορμά & Δήμητρας Καζάντζα

Δείτε εδώ το Α μέρος του ρεπορτάζ, “Επεισόδια στην Αθήνα. Πώς διαμορφώνεται η πολιτική ανάληψης κινδύνων των ασφαλιστικών εταιρειών; “

Η εταιρεία πραγματογνωμόνων «Πασκάλ & Στρατής ΑΕ» είναι μία από τις μεγαλύτερες στη χώρα μας, τόσο σε αριθμό αναλαμβανόμενων υποθέσεων όσο και σε κύκλο εργασιών και σε αριθμό συνεργατών. Μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της αποτελούν οι επιθεωρήσεις κινδύνων και οι εκτιμήσεις αξιών για ασφαλιστική χρήση, με εστίαση σε εγκαταστάσεις μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την πολύχρονη εμπειρία και την εξειδίκευση των συνεργατών της, προσδίδουν ιδιαίτερη αξία στις επισημάνσεις τους αναφορικά με το θέμα, τις οποίες παραθέτουμε στη συνέχεια.

«Στην πόλη των Αθηνών και κυρίως στην περιοχή που οριοθετείται από την Πλατεία Συντάγματος, την οδό Μητροπόλεως, την οδό Αθηνάς, την πλατεία Ομονοίας και την οδό Ακαδημίας, είχαμε τις απογευματινές ώρες της 12.02.2012 έως τις πρωινές ώρες της επομένης 13.02.2012, μεγάλο αριθμό ζημιών σε κτήρια και καταστήματα από εμπρησμούς, βανδαλισμούς, κλοπές και φθορές που έγιναν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τις συγκεντρώσεις διαδηλωτών στις πλατείες Συντάγματος και Ομονοίας.
Μικρότερο αριθμό ζημιών είχαμε και στη λοιπή ευρύτερη περιοχή της πόλης των Αθηνών και των συνοικιών της, καθώς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Συγκρινόμενες οι ζημιές του Φεβρουαρίου 2012 με τις αντίστοιχης αιτίας ζημιές του Δεκεμβρίου 2008, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πολύ μικρότερου συνολικού αριθμού περιπτώσεις και βεβαίως πολύ μικρότερου συνολικού κόστους, λόγω και των μειωμένων αποθεμάτων που διατηρούν πλέον οι επιχειρήσεις στις αποθήκες και τα καταστήματά τους, αλλά ενδεχομένως και λόγω των πρόσθετων μέτρων προστασίας που έλαβαν επιχειρήσεις του κέντρου, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008.
Σύμφωνα με το ΕΒΕΑ, ζημιές προκλήθηκαν σε:
 45 επιχειρήσεις ένδυσης-υπόδησης, κινητής τηλεφωνίας, εστίασης, βιβλιοπωλεία κ.λπ., που υπέστησαν ολική καταστροφή και πυρκαγιά
 17 τράπεζες
 4 βιβλιοπωλεία
 5 πολυκαταστήματα και εμπορικά κέντρα
 70 καταστήματα ένδυσης – υπόδησης
 29 επιχειρήσεις διαφόρων μορφών
 150 καταστήματα που υπέστησαν λεηλασίες και εν γένει φθορές.

Από τις παραπάνω αναφερόμενες ζημιές σε επιχειρήσεις και καταστήματα, μεγάλο ποσοστό, που ίσως να ξεπερνά και το 50%, ήταν ανασφάλιστες, κυρίως λόγω της επιλογής των ιδιοκτητών τους. Η επιλογή αυτή των ιδιοκτητών σχετίζεται ως επί το πλείστον με την κρίση (πολλών αιτιών) που μαστίζει τα καταστήματα του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, των οποίων οι πωλήσεις μειώνονται καθημερινά και τα λουκέτα αυξάνονται.
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο περιόδων ζημιών, δηλαδή του 2008 και του 2012, είναι η στόχευση καταστημάτων τραπεζών και καταστημάτων με γνωστά εμπορικά σήματα.
Εξειδικεύοντας τους στόχους κάθε περιόδου, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι το Δεκέμβριο του 2008, εκτός από τα καταστήματα Τραπεζών, στόχους αποτέλεσαν κυρίως καταστήματα με εμπορικά σήματα ή τίτλους που παρέπεμπαν σε υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων.
Αντίστοιχα, στα τελευταία γεγονότα του Φεβρουαρίου 2012, εκτός και πάλι από τα καταστήματα Τραπεζών, στόχους αποτέλεσαν κτήρια με νεότερη ιστορική αξία και καταστήματα – επιχειρήσεις με αντικείμενο ιδιαίτερα γνωστό στο ευρύτερο κοινό, όπως ιστορικοί κινηματογράφοι, καταστήματα κινητής τηλεφωνίας, επώνυμα καταστήματα ρούχων, κ.λπ.
Το ερώτημα που απασχολεί τις κρατικές αρχές και κατ΄ επέκταση τις Ασφαλιστικές Εταιρείες που κλήθηκαν το 2008 και καλούνται στην τελευταία περίοδο του 2012 να καλύψουν το κόστος αποκατάστασης μεγάλου μέρους των ζημιών που έχουν προκληθεί, είναι ποιοι προκάλεσαν τους εμπρησμούς, τους βανδαλισμούς, τις φθορές και τις κλοπές στις δύο αυτές περιόδους.
Το Δεκέμβριο του 2008 αποδόθηκαν από τις κρατικές αρχές οι εμπρησμοί σε άγνωστα άτομα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι βανδαλισμοί και οι κλοπές (πλιάτσικο) κυρίως σε αλλοδαπούς, που ζουν και κινούνται σε περιοχές της Πλατείας Ομονοίας.
Οι πρόσφατες ζημιές του Φεβρουαρίου 2012, εκτός των στοχευμένων στόχων μεγάλων Τραπεζών, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε κατά τις αυτοψίες μας εκτίμησης των ζημιών, αποδίδονται σε διαδηλωτές κάθε ηλικίας, που είχαν ακάλυπτα τα πρόσωπά τους και με οποιοδήποτε εργαλείο ή άλλο μέσο είχαν στη διάθεσή τους, προκαλούσαν σπασίματα σε καταστήματα και άναβαν φωτιές με οργή και κοινωνικό μίσος.
Στη χώρα μας, όσο θα υπάρχει οικονομική αλλά και κοινωνική κατ’ ακολουθία κρίση, τα φαινόμενα της βίας αυτής θα είναι πιο συχνά και δεν θα πρέπει με πολλή ευκολία να αποδίδονται σε άγνωστες δυνάμεις.
Οι Ασφαλιστικές Εταιρείες θα πρέπει κατά την ανάληψη κινδύνων κακόβουλων ενεργειών, να έχουν υπόψη τους τις παραπάνω επισημάνσεις, όσο στη χώρα θα υπάρχει παράταση της αστάθειας και αργή οικονομική και ηθική ανάκαμψη. Επιπλέον, θα πρέπει να αξιολογήσουν με μεγάλη προσοχή και αποτελεσματικότητα τα σχέδια διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζουν.
Άποψή μας είναι ότι η αξιολόγηση των σχεδίων διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζουν, δεν θα πρέπει να αφορά μόνον στο κέντρο της Αθήνας και στην ανάληψη κινδύνων κακόβουλων ενεργειών, αλλά θα πρέπει να επεκταθεί σε όλη τη χώρα, καλύπτοντας ευρύτερο φάσμα κινδύνων».

Απόψεις Διαμεσολαβητών….

Οι μεσίτες κ.κ. Γιώργος Καραβίας, Πρόεδρος ΣΕΜΑ, Κων/νος ΚαραμπέτσοςΆγγελος Καρούσος και Π. Πιέρρος, οι ασφαλιστικοί πράκτορες, κα Όλγα Νικολαΐδη και κ. Π. Αλεξανδρόπουλος, και ο ασφαλιστικός σύμβουλος, κ. Θάνος Τριανταφυλλόπουλος, μας μίλησαν για το θέμα των επεισοδίων στο Κέντρο της Αθήνας και πώς βλέπουν τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες αντιμετωπίζουν την ασφάλιση των επιχειρήσεων στην περιοχή.

Αν και κατανοούν απολύτως τους λόγους, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές διαπιστώνουν αυξανόμενη διστακτικότητα από μέρους των ασφαλιστικών εταιρειών να ασφαλίζουν εμπορικές επιχειρήσεις στο Κέντρο της Αθήνας, πράγμα που δυσκολεύει αρκετά τη δουλειά τους, στο να παράσχουν στους πελάτες τους την ασφαλιστική κάλυψη που χρειάζονται και επιζητούν.
Όπως επισημαίνει ο κ. Π. Πιέρρος, «από το Δεκέμβριο του 2008, η …κεντρική σκηνή άρχισε να μεταφέρεται σταδιακά, από την περιοχή γύρω από το Πολυτεχνείο, στο εμπορικό κέντρο της πόλης, τα επεισόδια εντάθηκαν και αυξήθηκαν σε συχνότητα, γεγονός που κάνει τις εταιρείες ακόμα πιο αυστηρές στην ανάληψη κινδύνου, ειδικά όσον αφορά τα καταστήματα που είναι περισσότερο εκτεθειμένα, συμπεριλαμβάνοντας στα συμβόλαιά τους πολλές εξαιρέσεις και απαλλαγές».  
Η διστακτικότητα αυτή, σύμφωνα με την κα Όλγα Νικολαΐδη, «δεν είναι καινούργια, αφού εδώ και 10 χρόνια οι εταιρείες αποφεύγουν ή αναλαμβάνουν με μεγάλη δυσκολία νέους κινδύνους, σε μία νοητή περίμετρο που αγκαλιάζει όλο το κέντρο της Αθήνας». 
«Μέχρι τώρα μετράγαμε τις επικίνδυνες μέρες, π.χ. 17 Νοέμβρη, τώρα δεν ξέρουμε πότε θα συμβεί κάτι, αφού οι διαδηλώσεις και τα επεισόδια είναι συνεχή», προσθέτει ο κ. Α. Καρούσος, ο οποίος μας ανέφερε ότι «οι περισσότερες εταιρείες αποφεύγουν τις νέες εργασίες και όσες δεν το κάνουν, προβαίνουν σε πολύ πιο αυστηρό underwriting, ζητώντας πολύ αυστηρά μέτρα ασφαλείας και υψηλότερο ασφάλιστρο».
«Οι ασφαλιστικές ένα καλά προστατευμένο μαγαζί πολύ πιο εύκολα θα το ασφαλίσουν και με ικανοποιητικό ασφάλιστρο», υπογραμμίζει ο κ. Θ. Τριανταφυλλόπουλος, ο οποίος θεωρεί πολύ σημαντικό «όλοι οι ασφαλισμένοι να λειτουργούν σαν να είναι ανασφάλιστοι».  
Οι ήδη ασφαλισμένοι δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις ανανεώσεις των συμβολαίων τους, στο βαθμό που το αντιμετωπίζουν όσοι τώρα για πρώτη φορά θέλουν να ασφαλιστούν. Παρόλα αυτά, όπως μας λέει ο κ. Γ. Καραβίας, «όταν ένα μαγαζί έχει χτυπηθεί επανειλημμένα είναι φυσικό να υπάρχει επασφάλιστρο και το ασφάλιστρο γίνεται πολλές φορές απαγορευτικό για τον ασφαλισμένο». 
«Η περιοχή έχει γίνει πολύ επικίνδυνη πλέον και οι εταιρείες έχουν ήδη πληρώσει πολλά και θα πληρώσουν και άλλα, αν συνεχιστεί η κατάσταση», επισημαίνει ο κ. Κ. Καραμπέτσος, πελάτες του οποίου είχαν την ατυχία να υποστούν μεγάλες ζημιές κατά τα τελευταία επεισόδια. Ο ίδιος τονίζει και μία ακόμα καθοριστική παράμετρο, που επηρεάζει σαφώς την πολιτική των εταιρειών στην περιοχή, τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν στο να αντασφαλίσουν αυτούς τους κινδύνους, αφού τα αντασφάλιστρα, δεδομένης της κατάστασης, αυξάνουν. 
Υπό αυτές τις συνθήκες, τη μεγαλύτερη δυσκολία την αντιμετωπίζουν, όπως είναι φυσικό, τα μικρά καταστήματα και σε μικρότερο βαθμό ή και καθόλου τα γραφεία, που βρίσκονται σε όροφο, και τα μεγάλα καταστήματα και δη οι αλυσίδες. Όπως μας εξηγεί ο κ. Π. Αλεξανδρόπουλος, «όταν κάποιος ασφαλίζει 10 ή 20 μαγαζιά σε όλη την Ελλάδα δεν μπορείς να του αρνηθείς την κάλυψη του ενός καταστήματος, ακόμα κι αν βρίσκεται σε επικίνδυνη περιοχή. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τα μικρομάγαζα».
Ένας ακόμα παράγοντας που ενισχύει αυτή τη διστακτικότητα, είναι, σύμφωνα με τους διαμεσολαβητές, και το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό των επιχειρήσεων του Κέντρου ήταν ανέκαθεν και παραμένουν ανασφάλιστες, γεγονός που δεν επιτρέπει στις εταιρείες να εγγράψουν έναν ικανοποιητικό αριθμό ασφαλίστρων, που να τους δίνει τη δυνατότητα να ισοσκελίσουν ως ένα βαθμό τις ζημιές. Η χαμηλή ασφαλισιμότητα, όμως, της περιοχής δεν μπορεί να πει κανείς ότι οφείλεται στις ασφαλιστικές εταιρείες αλλά στη διαπιστωμένη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση, που μόνο πρόσφατα φαίνεται να αφυπνίστηκε. 
Για το όψιμο ενδιαφέρον για ασφάλιση ο κ. Θ. Τριανταφυλλόπουλος, που επίσης πελάτης του από 20ετίας ασφαλισμένος έπεσε για πολλοστή φορά θύμα των επεισοδίων, σχολιάζει: «Δεν μπορείς ξαφνικά μετά από τόσα χρόνια, τώρα που βλέπεις το πρόβλημα να θέλεις να ασφαλιστείς. Δεν είναι δίκαιο και γι’ αυτούς που χρόνια πληρώνουν μια ασφάλιση, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, να επιβαρυνθούν από εκείνους που έδειξαν όψιμο ενδιαφέρον». 
Παρόλα αυτά, όπως εκτιμάται από τους συνομιλητές μας, το ενδιαφέρον των καταστηματαρχών του Κέντρου να ασφαλιστούν παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το εμπορικό κέντρο της Αθήνας αργοπεθαίνει, λόγω των επεισοδίων, των διαδηλώσεων και της οικονομικής κρίσης, με πολλά μαγαζιά να έχουν κλείσει και ακόμα περισσότερα να φυτοζωούν, αδυνατώντας να καλύψουν ακόμα και τις πλέον ανελαστικές τους ανάγκες. 
Τι θα γίνει τελικά, για όλον αυτόν τον κόσμο που βλέπει τις περιουσίες του να καταστρέφονται; Τη λύση σίγουρα δεν μπορούν και ούτε είναι υποχρεωμένες, σε τελική ανάλυση, να τη δώσουν οι ασφαλιστικές εταιρείες μόνες τους και αυτό το κατανοούν και το υπογραμμίζουν οι διαμεσολαβητές. Ο κ. Καραβίας θίγει τις ευθύνες και το ρόλο που πρέπει και οφείλει να παίξει η Πολιτεία, υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να δούμε το θέμα συνδυαστικά. Θα μπορούσαν οι εταιρείες να αναλάβουν πιο εύκολα τον κίνδυνο, αν και από τη μεριά της πολιτείας γίνονταν κάποια πράγματα». Ο ίδιος προτείνει επιδότηση του ασφαλίστρου των ήδη χτυπημένων και απαλλαγή φόρου, αλλά κυρίως, καλύτερη αστυνόμευση, ώστε να μην ξαναδούμε τέτοια τραγικά φαινόμενα.

 Η προστασία των πολιτών και των περιουσιών τους είναι πρωτίστως ευθύνη του κράτους

Το κόστος των βανδαλισμών, των λεηλασιών και των εμπρησμών όχι μόνο στο κέντρο της Αθήνας αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα της χώρας είναι υψηλότατο, και αναμφισβήτητα όχι μόνον οικονομικό. Εξίσου υψηλό είναι τόσο το κοινωνικό όσο και το πολιτικό κόστος, αφού φαινόμενα αυτού του είδους αμαυρώνουν και πλήττουν συνολικά την κοινωνία μας και την εικόνα μιας ευνομούμενης πολιτείας. 
Το ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε, πώς και υπό ποιες συνθήκες θα γίνουμε μάρτυρες ανάλογων γεγονότων –σαφώς απευκταίων απ’ όλους τους νοήμονες– δημιουργεί αβεβαιότητα, διάχυτη ανησυχία και ανασφάλεια, κι αυτό έχει πολλές και ποικίλες επιπτώσεις. 
Στα πλαίσια του ρεπορτάζ, επιχειρήσαμε να φωτίσουμε την επίδραση του θλιβερού φαινομένου στην ασφαλιστική δραστηριότητα. Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που λάβαμε, οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι προβληματισμένες από την ένταση και την επανάληψη του φαινομένου των βανδαλισμών και των πολιτικών ταραχών, ωστόσο, δεν εγκαταλείπουν το …καράβι –εν προκειμένω, τους επαγγελματίες που έχουν την …ατυχία να στεγάζουν τις επιχειρήσεις τους σε περιοχές αυξημένου κινδύνου για την εκδήλωση πολιτικών ταραχών. 
Αρχής γενομένης από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 μέχρι και το φετινό Φεβρουάριο, οι ασφαλιστικές εταιρείες της αγοράς μας έχουν καταβάλει σε αποζημιώσεις ποσά που υπερβαίνουν τα €49 εκατ., κι αυτό καταδεικνύει με αναμφισβήτητο τρόπο ότι είναι παρούσες και ότι εξακολουθούν να προσφέρουν την ασφαλιστική τους κάλυψη.Ταυτόχρονα, βέβαια, είναι πολύ πιο προσεκτικές ή και πιο αυστηρές στην πολιτική τους ως προς την ανάληψη κινδύνων στις επίμαχες περιοχές. Κι αυτό είναι απολύτως λογικό, γιατί πρέπει να προασπίσουν, αφενός, τα εταιρικά τους συμφέροντα και, αφετέρου, τα συμφέροντα των υπόλοιπων ασφαλισμένων τους. Επιπρόσθετα, εξαιρετικά σημαντικός είναι και ο συμβουλευτικός τους ρόλος, ως προς τη λήψη των βέλτιστων μέτρων ασφάλειας των επιχειρήσεων, προκειμένου αυτές να καταστούν ασφαλίσιμες.
Κατά συνέπεια, το να υποστηρίζεται, γενικώς και αορίστως, ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες αρνούνται την ασφάλιση επιχειρήσεων στο Κέντρο της Αθήνας, αφενός, δεν απηχεί την πραγματικότητα και, αφετέρου, αποπροσανατολίζει από το βασικό και κυρίαρχο ζήτημα. Και αυτό είναι η προστασία των πολιτών και των περιουσιών τους, επί της οποίας εντοπίζεται ουσιαστικά το έλλειμμα …προσφοράς.
Η αποτυχία των εντεταλμένων οργάνων της Πολιτείας να προστατέψουν τις περιουσίες των πολιτών, τα φαινόμενα διασάλευσης της έννομης τάξης και το γενικότερο κλίμα ανασφάλειας που βιώνουμε επιδρούν καταλυτικά, δημιουργούν προσκόμματα ή και εμποδίζουν την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης και της ασφαλιστικής. 
Για όλα τα παραπάνω το Κράτος είναι υπόλογο έναντι όλων ημών, που και εισφέρουμε για την ύπαρξη και λειτουργία των εντεταλμένων οργάνων προστασίας μας και καλούμαστε, εκ των υστέρων, να πληρώσουμε για …τα σπασμένα –υπό αυτό το πρίσμα, συνιστά ειρωνεία η από τους υπεύθυνους μετονομασία του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως σε Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Άρα, αν δεν λάβουμε υπόψη, αφενός, το έλλειμμα επαρκούς προστασίας των πολιτών και των περιουσιών τους και, αφετέρου, το κλίμα ανασφάλειας στην κοινωνία μας, η όλη συζήτησή μας για το ρόλο των ασφαλιστικών εταιρειών και την πολιτική τους ως προς την ανάληψη των κινδύνων θα είναι λειψή και μονοδιάστατη. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να μιλάμε με καθαρά …ασφαλιστικούς όρους για ένα θέμα βαθύτατα πολιτικό και κοινωνικό. Αλλού πρέπει να αναζητηθούν οι υπεύθυνοι και αλλού να στοχεύσουν τα …βέλη.
Κλείνοντας, θέλουμε να εστιάσουμε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν οι ασφαλιστικές εταιρείες στις οποίες απευθυνθήκαμε το συγκεκριμένο ρεπορτάζ. Ενώ η πλειοψηφία μας απάντησε πρόθυμα και εντός των χρονικών ορίων που είχαμε θέσει, υπήρξαν εταιρείες που αρνήθηκαν ευθύς εξαρχής να τοποθετηθούν και κάποιες άλλες, οι οποίες, μετά από συνεχείς παρατάσεις, κατέληξαν να μας πουν ότι τελικά δεν θα μας απαντήσουν. Καταγράφουμε το γεγονός, θεωρώντας ότι και οι αρνήσεις, ενίοτε, είναι δηλωτικές της πολιτικής που ακολουθεί κάθε εταιρεία.  

 

 

Προηγούμενο άρθροΕπεισόδια στην Αθήνα (ρεπορτάζ – μέρος Α)
Επόμενο άρθροΑπρίλιος 2012: Υπέρ αδυνάτου …Θεσμού