Η περιβαλλοντική ζημιά μέσα από την εμπειρία του διακανονιστή ζημιών

Στις 30 Απριλίου 2007, έπρεπε να μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία όλων των κρατών μελών της ΕΕ η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/35/ΕΚ, σχετικά με την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας.

Η Οδηγία για την Περιβαλλοντική Ευθύνη (ΟΠΕ) βασίζεται στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και προτρέπει τους φορείς που προκαλούν περιβαλλοντική ζημία (ή επικείμενη απειλή τέτοιας ζημίας), αφενός, να λάβουν περισσότερα προληπτικά μέτρα και, αφετέρου, να προχωρήσουν σε πραγματική αποκατάσταση των ζημιών (χρηματική αποζημίωση δεν επιτρέπεται). Επίσης, μέσα σε ένα ορισμένο σύνολο δραστηριοτήτων (οι επονομαζόμενες δραστηριότητες του Παραρτήματος ΙΙΙ), δεν είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί σφάλμα ή αμέλεια, ώστε να θεωρηθεί υπεύθυνος ο χειριστής (αυστηρό καθεστώς ευθύνης).

Επτά χρόνια τώρα, η εμπειρία της παγκόσμιας ομάδας μας διακανονιστών περιβαλλοντικών ζημιών, μας δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές ασάφειες και ότι τα διάφορα εμπλεκόμενα μέρη εξακολουθούν να δυσκολεύονται με την εφαρμογή της οδηγίας. Δεν έχουν όλοι οι φορείς επίγνωση του γεγονότος, ότι η δραστηριότητά τους είναι (ή ακόμη και ότι δεν είναι) δραστηριότητα που εντάσσεται στο Παράρτημα  ΙΙΙ. Αυτό συμβαίνει επειδή πρόκειται για ένα πεδίο δύσκολο να διευκρινιστεί και η σχετική πληροφόρηση από τις αρμόδιες αρχές δεν είναι ομοιόμορφη.

Σε ένα κράτος μέλος, ένας πελάτης έθεσε το ερώτημα εάν μια δεξαμενή αποθήκευσης ντίζελ, που χρησιμοποιείται για να γεμίσει τον στόλο των φορτηγών του, θα μπορούσε να θεωρηθεί δραστηριότητα του Παραρτήματος ΙΙΙ. Κάναμε τη σχετική έρευνα και οι τοπικές αρχές μας ανακοίνωσαν ότι δεν ήταν, αλλά στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε ξεκάθαρα ότι τελικά είναι.

Πολλές τοπικές αρχές δεν γνωρίζουν καλά την ΟΠΕ και έτσι, είτε δεν την εφαρμόζουν ή, όταν το κάνουν, δεν την εφαρμόζουν σωστά.

Σε μια πρόσφατη ζημιά που διαχειριστήκαμε, ένα τρένο εκτροχιάστηκε, σκοτώνοντας έναν άνθρωπο και τραυματίζοντας αρκετούς άλλους, ενώ εκατοντάδες άνθρωποι απομακρύνθηκαν από την περιοχή, μερικοί από αυτούς για διάστημα 3 εβδομάδων.

Όταν το τρένο εκτροχιάστηκε, στη μέση της νύχτας, προκάλεσε έκρηξη, την οποία ακολούθησε μια πραγματική κόλαση, που επέτρεψε την απελευθέρωση άγνωστης ποσότητας ακρυλονιτριλίου (ένα οργανικό στη δομή βινύλιο που θεωρείται τοξικό/καρκινογόνο) που μόλυνε τη γύρω περιοχή. Κοντά στον τόπο της συντριβής υπήρχε ρυάκι, το οποίο ενωνόταν με ένα από τα μεγαλύτερα ποτάμια της περιοχής, ενώ σε κοντινή απόσταση υπήρχε και ένα προστατευόμενο φυσικό ενδιαίτημα πτηνών. Ήταν από την αρχή μια μεγάλη και πολύπλοκη ζημιά.

Ως προς το πρώτο συμβάν, ήταν σημαντικό να ελεγχθεί η διαρροή, η οποία μάλιστα είχε κατακλύσει το αποχετευτικό σύστημα κοντινής πόλης και απαιτούνταν τρεις φορτηγίδες για την απομάκρυνση του μολυσμένου από λύματα νερού.

Στη συνέχεια, ήταν απαραίτητο όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να προχωρήσουν με εποικοδομητικό τρόπο προς μια ικανοποιητική λύση και διακανονισμό. Σε μια τέτοια μεγάλη ζημιά αυτό δεν είναι εύκολο, λόγω των πολλών και διαφορετικών ατόμων που εμπλέκονται.

Υπήρχαν οι γαιοκτήμονες, οι φορείς εκμετάλλευσης των σιδηροδρόμων, οι κάτοικοι της περιοχής, καθώς και όλες οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι μεσίτες και οι σύμβουλοι που σχετίζονταν με την υπόθεση. Αξιωματούχοι από επαρχιακές και εθνικές αρχές ήταν παρόντες για ό,τι θα μπορούσε να χρειαστεί  –από την τοπική αστυνομία και την πυροσβεστική υπηρεσία, ως τους υπευθύνους υγείας και ασφάλειας και τους ερευνητές για τη συντριβή.

Επιπρόσθετα, στις περιπλοκές που δημιουργήθηκαν από τον αριθμό των εμπλεκόμενων μερών που προσπαθούσαν να κατανοήσουν τις θέσεις τους και να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, μια περιβαλλοντική απώλεια αυτού του είδους μπορεί να υπόκειται και στη δικαιοδοσία ποικίλων διαφορετικών νομοθετημάτων. Αυτό συχνά δημιουργεί διαφωνίες για το ποιος νόμος είναι ο πλέον ενδεδειγμένος για να διευθετηθεί το συμβάν.

Σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να εφαρμοστεί η οδηγία περί περιβαλλοντικής ευθύνης (ΟΠΕ). Αν συμβεί αυτό, είναι πιθανό ότι ο διαχειριστής του τρένου θα ευθυνόταν για το κόστος του καθαρισμού. Η ΟΠΕ εναποθέτει την ευθύνη για την πληρωμή της ζημιάς στον ρυπαίνοντα –ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο διαχειριστής του τρένου.

Όμως, πίσω από κλειστές πόρτες, οι τοπικές αρχές αποφάσισαν ότι δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί η ΟΠΕ  και ότι θα χρησιμοποιούνταν η εθνική νομοθεσία για να αποδοθεί ευθύνη για το ατύχημα, και ως εκ τούτου και ευθύνη για τις μετέπειτα διορθωτικές εργασίες που θα απαιτούνταν. Αυτό σήμαινε ότι τελικά η ευθύνη αποδόθηκε στον  γαιοκτήμονα.

Εμείς δεν αμφισβητήσαμε αυτή την απόφαση, η οποία είχε μικρή επίδραση στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε σε πρακτικό επίπεδο η ρύπανση και η όλη διαδικασία αποκατάστασης. Όμως, είχε τεράστιο αντίκτυπο στο ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό. Αν η απόφαση είχε οδηγήσει στον πελάτη μας –τον χειριστή του τρένου–, θα είχαμε πιέσει προκειμένου να κατανοήσουμε τη λογική πίσω από την απόφαση αυτή και θα μπορούσαμε δυνητικά να την έχουμε αμφισβητήσει.

Οι προσπάθειές μας, ωστόσο, επικεντρώθηκαν στη διατήρηση αυστηρού ελέγχου του κόστους για όλα τα μέρη, μετά το ατύχημα. Δεδομένης της τοξικής φύσης της συντριβής, ήταν σημαντικό να καθοριστεί η γεωγραφική έκταση και η σοβαρότητα της ρύπανσης που προκλήθηκε.

Καθώς ήρθε στο φως μεγάλος αριθμός δεδομένων, έγινε φανερό ότι υπήρξαν περιττά πολλοί έλεγχοι. Με απλά λόγια, ελήφθησαν πάρα πολλά δείγματα, διεξήχθησαν πάρα πολλές δοκιμές και έγιναν πάρα πολλές αναλύσεις.  Με την ίδια λογική, η εγκατάσταση επεξεργασίας νερού που τέθηκε σε εφαρμογή ήταν πολύ μεγάλη για το υπάρχον πρόβλημα και όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στο να αυξηθεί το κόστος κατά δεκάδες χιλιάδες ευρώ.

Υπήρξαν, επίσης, συζητήσεις σχετικά με τις χρεώσεις των εργολάβων. Αντανακλούσαν την εύλογη αξία ή είχαν διογκωθεί λόγω της ζήτησης που εκδηλώθηκε για τις υπηρεσίες τους σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή; Οι διαπραγματεύσεις αυτές είναι συνεχείς και οι εν λόγω αμοιβές ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Η επισήμανση των προβλημάτων αυτών και το να είσαι σε θέση να τα αμφισβητήσεις προκαταβολικά είναι δύσκολο, όταν συνεργάζονται τόσα πολλά μέρη και οι σχέσεις πρέπει να διατηρηθούν και να αναπτυχθούν.

Εδώ είναι που χρειάζεται η εκτεταμένη περιβαλλοντική πείρα, για να καταστεί δυνατή η κατανόηση τόσο της σχετικής νομοθεσίας όσο και των πρακτικών της απορρύπανσης. Η Cunningham Lindsey έχει αυτές τις γνώσεις και η εμπειρία που χαρακτηρίζει την ομάδα περιβαλλοντικών πρακτικών μάς επιτρέπει να κάνουμε αυτές τις προληπτικές παρεμβάσεις από θέση ισχύος και με τρόπο εποικοδομητικό για τη μελλοντική έκβαση και τον διακανονισμό των ζημιών.

Τέτοιες καταστάσεις είναι ακόμη πιο περίπλοκες, όταν η περιοχή που επηρεάζεται ξεπερνά κάποιο περιφερειακό ή εθνικό όριο. Η προσπάθεια να καθοριστεί η νομοθεσία που πρέπει να ισχύσει και το ποια από τα αιτήματα των διαφόρων ρυθμιστικών αρχών θα τηρηθούν, πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή από τους ασφαλιστές και τους διακανονιστές που εμπλέκονται.

Σε χώρες όπου υπάρχει προηγμένη περιβαλλοντική νομοθεσία, όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, η νομοθεσία έχει ενσωματωθεί με διαφορετικό τρόπο σε κάθε περιφέρεια. Υπάρχουν διαφορετικές ρυθμιστικές αρχές, που η καθεμία μπορεί να ερμηνεύσει τις απαιτήσεις με έναν ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι σημαντικό να καθοριστεί ποια αρχή έχει το προβάδισμα ως προς τον καθορισμό της έκτασης της απαιτούμενης αποκατάστασης. Θα μπορούσε η πηγή της ρύπανσης να βρίσκεται σε μία χώρα, αλλά λόγω της φύσης της πορείας της ρύπανσης, ο(οι) υποδοχέας(είς) να είναι σε γειτονική χώρα.

Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν διασυνοριακά πρέπει να είναι σίγουρες ότι λαμβάνουν τις σωστές συμβουλές από τον μεσίτη τους, να εξασφαλίσουν ότι έχουν ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα που θα αντιμετωπίσει και θα απαντά σε διαφορετικές τοπικές ανάγκες.

Στον Όμιλο Cunningham Lindsey μοιραζόμαστε την εμπειρία και τις γνώσεις μας για το θέμα αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο και έτσι ερχόμαστε σε επαφή με διαφορετικές ερμηνείες της ΟΠΕ από τις τοπικές αρχές, καθώς και διαφορετικές προφορές, συνήθειες και ερμηνείες της ΟΠΕ και περιβαλλοντικές πολιτικές από  τοπικούς διαχειριστές κινδύνων, μεσίτες, δικηγόρους και ασφαλιστές. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι φαινομενικά τοπικά έθιμα ενός κράτους μέλους μπορεί να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από το πώς ερμηνεύεται μια πολιτική σε ένα άλλο.

Ουσιαστικά, αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο κάθε φορέας που παρέχει ασφάλιση περιβαλλοντικής ευθύνης ιδανικά θα πρέπει να γνωρίζει:
• Τη μεταφορά της ΟΠΕ στην τοπική νομοθεσία κάθε χώρας την οποία το ασφαλιστήριο καλύπτει (λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής  Ένωσης είχαν διάφορες επιλογές σχετικά με τη μετάφραση, κατά τη μεταφορά της Οδηγίας στην τοπική νομοθεσία).
• Την υπάρχουσα περιβαλλοντική νομοθεσία σε κάθε χώρα που καλύπτει το ασφαλιστήριο, καθώς πολλές τοπικές αρχές τείνουν να συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την “παλιά” νομοθεσία.
• Τις τοπικές συνήθειες σχετικά με την ερμηνεία των ασφαλιστηρίων.

Περιττό να πούμε ότι, όταν πρόκειται για τον χειρισμό πολύπλοκων περιβαλλοντικών απαιτήσεων, η προσωπική εμπειρία και η εμπειρία για το πώς και πότε ισχύει η ΟΠΕ σε τοπικό επίπεδο, καθώς και σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανιών, είναι σημαντική για τη διαχείριση αυτών των απωλειών ομαλά και με ταχεία ολοκλήρωση.

Ωστόσο, ακόμη και όταν η ΟΠΕ δεν εφαρμόζεται, οι επιχειρηματίες μπορεί να αντιμετωπίσουν τεράστιο κόστος λόγω περιβαλλοντικών ζημιών.

Σε μια άλλη περίπτωση που χειριστήκαμε, ο ασφαλισμένος εκμεταλλευόταν πάρκα με δεξαμενές. Αγωγοί από χάλυβα είχαν εγκατασταθεί, για να αντλούν χημικές ουσίες από τη μία δεξαμενή στην άλλη ή από μια δεξαμενή αποθήκευσης σε ένα πλοίο. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας άντλησης, ο ασφαλισμένος μας αντιμετώπισε μια διαρροή, με αποτέλεσμα την απώλεια 30.000 λίτρων μιας τοξικής χημικής ουσίας, η οποία αμέσως προχώρησε στο υπέδαφος και απειλούσε να επηρεάσει και το κοντινό νερό θαλάσσης. Αποδείχθηκε ότι η προέλευση της διαρροής ήταν από τη διάβρωση των αγωγών χάλυβα.

Η τοπική ρυθμιστική αρχή απαίτησε από τον Ασφαλισμένο να ξεκινήσει αμέσως την αποκατάσταση.
Λόγω της γειτνίασης πολλών σωληνώσεων, ήταν τεχνικά αδύνατο να βρεθεί η μολυσμένη περιοχή: έπρεπε να αναπτυχθεί μια άλλη τεχνική.

Τελικά, εγκαταστάθηκε ένα σύστημα «άντλησης και θεραπείας», το οποίο αντλεί τα μολυσμένα υπόγεια ύδατα και τα στέλνει σε ένα σύστημα επεξεργασίας. Αυτή η μέθοδος «άντλησης και θεραπείας» υπολογίζεται ότι θα λειτουργήσει για τα επόμενα 10 χρόνια. Οι σχετικές δαπάνες ποσοτικοποιούνται στα €750.000,00.

Ο ασφαλισμένος μας είχε 3 ασφαλιστήρια που θα μπορούσαν να τον καλύψουν. Το ασφαλιστήριο Περιουσίας, ωστόσο, δεν του παρείχε καμία κάλυψη, αφού δεν υπήρχαν ζημιές σε κτήρια. Το ασφαλιστήριο Γενικής Αστικής Ευθύνης θα μπορούσε να καλύπτει την απώλεια αυτή, καθώς η γη ήταν στην πραγματικότητα μισθωμένη, αλλά ο διαχειριστής ζημιών θεώρησε ότι η αιτία της ζημιάς ήταν σταδιακή, λόγω σκουριάς του σωλήνα. Τελικά, η Ασφάλιση Περιβαλλοντικής Ευθύνης κάλυψε και αποζημίωσε τον ασφαλισμένο.

 


* H κα Ruth Saeys είναι πραγματογνώμονας στο γραφείο πραγματογνωμόνων της Cunningham Lindsey Belgium BV και επικεφαλής της Παγκόσμιας Περιβαλλοντικής Ομάδας Εργασίας της Cunningham Lindsey International.
O κ. Γιώργος Σπυρόπουλος είναι πραγματογνώμονας του γραφείου πραγματογνωμόνων ΠΑΣΚΑΛ & ΣΤΡΑΤΗΣ ΑΕ και μέλος της ομάδας της Παγκόσμιας Περιβαλλοντικής Ομάδας Εργασίας της Cunningham Lindsey International.