Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας

417
Του Λυκούργου Λιαρόπουλου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην ημερίδα για τα 10 χρόνια του Medisystem, είχε η ομιλία του Καθηγητή Οικονομικών της Υγείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Λ. Λιαρόπουλου, που επικεντρώθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας της χώρας μας. Ο κ. καθηγητής υπερασπίζεται την υγεία ως κοινωνικό αγαθό, που θα πρέπει να διασφαλίζεται σε όλους, ανεξάρτητα από το κόστος και το εισόδημα. Εντοπίζει την παθογένεια του συστήματος αλλά και τα “ταμπού” της ελληνικής πραγματικότητας, προτείνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, ενώ παράλληλα αναδεικνύει το νέο ρόλο του ιδιωτικού τομέα, τη διαχείριση των δαπανών.

Η Υγεία στο Κοινωνικό Κράτος συγκαταλέγεται στις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες. Είναι κοινωνικό αγαθό, γι’ αυτό και ο τομέας υγείας (πρέπει να) λειτουργεί με κοινωνικά κριτήρια για το καλό του συνόλου. Κατά το Σύνταγμα, η «προστασία της υγείας» αποτελεί δημόσια ευθύνη και η παροχή υπηρεσιών υγείας δεν γίνεται με όρους αγοράς ή με γνώμονα το κέρδος. 
Γι’ αυτό μία εθνική πολιτική υγείας έχει δύο στόχους: 

  • Την ικανοποίηση των αναγκών υγείας όλου του πληθυσμού, αποτελεσματικά και σε κόστος που η κοινωνία επιλέγει ή αντέχει να πληρώσει.
  • Τη διασφάλιση ότι, σε ατομικό επίπεδο, όλοι έχουν τις αναγκαίες υπηρεσίες όταν τις χρειάζονται, ανεξάρτητα από το κόστος και το εισόδημα, και στην ανώτερη δυνατή ποιότητα που η επιστήμη εξασφαλίζει.

Σχετικά με αυτό, όμως, έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε τα όσα δήλωσε ο Ben Bradshaw, Υπουργός Υγείας της Βρετανίας, για την NHS (National Health Service) στο περιοδικό The Economist (Jan 26, 2008):
«Βασική αρχή της NHS είναι ότι η περίθαλψη πρέπει να είναι διαθέσιμη με βάση την ανάγκη και όχι τη δυνατότητα πληρωμής. Φυσικά, οι άρρωστοι μπορούν να καταφύγουν στον ιδιωτικό τομέα εφόσον το επιθυμούν».
Παρακάτω, λοιπόν, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι η Εθνική πολιτική υγείας πρέπει να στηρίζεται σε όλες τις δυνάμεις του έθνους. Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν είναι μόνο το κρατικό σύστημα υγείας. Η Υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται στην εργασία («ένσημα»), αλλά στο σύνολο της οικονομίας. ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα είναι αποδεκτός και, ίσως, επιθυμητός, εφόσον εξασφαλίζονται οι δύο στόχοι της εθνικής πολιτικής που προαναφέραμε.

Ξεκαθάρισμα εννοιών
Ο τομέας της Υγείας, όμως, είναι δυσνόητος και η εικόνα που παρουσιάζει πολυδιάστατη, γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να διασαφηνιστούν κάποιες έννοιες, πολύ περισσότερο δε αφού δεν φωτίζονται όλες οι πτυχές το ίδιο, κι αυτό γιατί ορισμένες από αυτές «συμφέρουν» πολιτικά, ενώ άλλες όχι. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, διασαφηνίζοντας πρώτα-πρώτα τις έννοιες: Εθνικό – Δημόσιο – Κρατικό:
Εθνικό είναι αυτό που καλύπτει όλο τον πληθυσμό που ζει στη χώρα (έθνος), Δημόσιο είναι αυτό που λειτουργεί με δημόσια ευθύνη και προς όφελος της κοινωνίας (δήμου), ενώ Κρατικό είναι αυτό που λειτουργεί με την ευθύνη του κράτους, δηλαδή της κυβέρνησης. Όπως αντιλαμβάνεστε, τόσο το κρατικό όσο και το δημόσιο (κοινωνική ασφάλιση) εμπεριέχονται στο εθνικό, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο ιδιωτικός τομέας υγείας.
Πλήρης σύγχυση, όμως υπάρχει και για  τις έννοιες Χρηματοδότηση και Παροχή υπηρεσιών που αφορούν την «Αγορά» της Υγείας. Όταν μιλάμε για Χρηματοδότηση θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι αναφερόμαστε στη ζήτηση, στο ποιος, δηλαδή, πληρώνει για τις αναγκαίες υπηρεσίες. Ενώ όταν μιλάμε για Παροχή υπηρεσιών, εννοούμε την προσφορά, δηλαδή το ποιος παράγει τις υπηρεσίες και πόσες και ποιες υπηρεσίες παράγει.
Επίσης, ένα ακόμα σημείο που πρέπει να διασαφηνιστεί είναι ότι στο δημόσιο τομέα η αγορά δεν διαμορφώνει τιμές και ποσότητες.
Στην Ελλάδα συγχέουμε τις παραπάνω έννοιες και δεν είναι τόσο ξεκάθαρο ότι άλλο πράγμα η ιδιωτική δαπάνη (ζήτηση) και άλλο ο ιδιωτικός τομέας (προσφορά). Για παράδειγμα, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού νοσοκομειακού τομέα, κατά ένα ποσοστό 36% γίνεται από την κοινωνική ασφάλιση, κατά ένα άλλο, που φτάνει το 48%, από την ιδιωτική ασφάλιση υγείας, ενώ  υπάρχει και ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό της τάξης του 16%, που αφορά πληρωμές που γίνονται ιδιωτικά από τους πολίτες, χωρίς τη χρήση κάποιας ασφάλισης.
Σύγχυση, όμως, επικρατεί και στο πώς αντιλαμβάνονται το ΕΣΥ οι πολίτες, τα ΜΜΕ και η Πολιτεία. Ως επί το πλείστον το ΕΣΥ θεωρείται ως προσφορά υπηρεσιών από το Κράτος και αγνοείται η προσφορά από τα «Ταμεία», αγνοείται η πλευρά της χρηματοδότησης παντελώς και αγνοείται και ο ιδιωτικός τομέας.

Η παθογένεια του συστήματος υγείας
Το μεγάλο πρόβλημα του Εθνικού Συστήματος Υγείας είναι ότι ο Έλληνας πολίτης δαπανά τεράστια ποσά εκτός Λογαριασμών Υγείας, γεγονός που ενισχύει την παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή. Την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει δυσκολίες πρόσβασης στο ΕΣΥ σε ικανοποιητικό χρόνο και ποιότητα, πρόβλημα προσφοράς υπηρεσιών, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ) αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα χρηματοδοτικά προβλήματα, με επακόλουθο και ήδη διαφαινόμενο κίνδυνο και για τις συντάξεις. Παράλληλα, το ΕΣΥ και η Κοινωνική Ασφάλιση δεν διαχειρίζονται σωστά τη ζήτηση και ωθούν τον πολίτη σε «ιδιωτικές» λύσεις.
Στις γνωστές ανεπάρκειες όσον αφορά στην προσφορά, έρχονται να προστεθούν η ασυνέχεια στην πολιτική διοίκηση, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και η έλλειψη κουλτούρας διοίκησης. Κι ενώ οι αδυναμίες στη διαχείριση της ζήτησης, του ποιος πληρώνει δηλαδή, δεν έχει συζητηθεί, η Κοινωνική Ασφάλιση (ΚΑ) παραμένει κατακερματισμένη σε 32 Ταμεία και φορείς, είναι κοινωνικά άδικη και άνιση, είναι αναποτελεσματική, αφού δεν καλύπτει τις ανάγκες, και είναι και μη βιώσιμη στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης.

Πού οφείλεται αυτή η παθογένεια
Μετά τη Μεταπολίτευση έγιναν δύο προσπάθειες Μεταρρύθμισης στην Υγεία -την πρώτη επιχείρησε το 1977-1981 ο Σπ. Δοξιάδης (Νέα Δημοκρατία) και τη δεύτερη το 2000-2002 ο Α. Παπαδόπουλος (ΠΑΣΟΚ). Απέτυχαν και οι δύο, αφού υπονομεύθηκαν από τα ίδια τους τα κόμματα (!) και το ΕΣΥ έμεινε ατελές και φθίνει. Φθίνει γιατί δεν αντιμετωπίζει το σύστημα συνολικά.
Και όταν λέμε ότι δεν αντιμετωπίζει το σύστημα συνολικά, εννοούμε ότι όλες οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν σε λύσεις που αφορούσαν μόνο το ποιος προσφέρει υπηρεσίες υγείας (προσφορά).
Αγνόησαν και εξακολουθούν να αγνοούν τις στρεβλώσεις και την ανεπάρκεια στη δημόσια χρηματοδότηση (ζήτηση). Επιμένουν στη χρηματοδότηση από την Κοινωνική Ασφάλιση, παρ’ όλες τις αδυναμίες που αυτή αντιμετωπίζει και τις οποίες αναφέραμε προηγουμένως, και επιπλέον, όλες οι λύσεις που προτείνονται στηρίζουν τον έμφυτο ατομισμό του Έλληνα που «ζητά» δημόσιες λύσεις ατομικών προβλημάτων.
Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί επιμένουμε σε ρυθμίσεις που αφορούν μόνο στην προσφορά, αφού αποδεικνύονται ανεπαρκείς; Κατ’ αρχάς να σημειώσουμε ότι οι ελλείψεις εμφανίστηκαν έντονα μετά το 1974, όταν οι απαιτήσεις ήταν ήδη μεγάλες. Για ένα διάστημα φάνηκε να αποδίδει αυτή η επικέντρωση στην προσφορά, με τη δημιουργία του ΕΣΥ, των Κέντρων Υγείας και τις ανεγέρσεις νοσοκομείων στην επαρχία, που πράγματι έλειπαν. Από κει και πέρα, όμως, επιμένουμε σε τέτοιου είδους λύσεις, γιατί η προσφορά είναι πολιτικά αποδοτική, επειδή “φαίνεται”, όπως για παράδειγμα οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Εξυπηρετεί ομάδες πίεσης άμεσα -μισθολογικά, προσλήψεις, μετατάξεις. λειτουργεί ως εστία «πολιτικής δύναμης» για μικρο-συμφέροντα (συνδικαλισμός – πολιτικοί) και, τέλος, γιατί η παρέμβαση στη ζήτηση (Κοινωνική Ασφάλιση) θίγει …«ιερές αγελάδες», επομένως δεν τις ακουμπάμε!
Η δημόσια προσφορά, όμως έχει τις… “μαύρες τρύπες” της, για να δανειστούμε έναν όρο από την οικονομία, εμφανίζει δηλαδή σοβαρές ελλείψεις, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στην αποκατάσταση ασθενών και στην Εντατική Φροντίδα Υγείας, αλλά και στη Δημόσια Υγεία γενικότερα. Ενώ, όμως, όσον αφορά στα νοσοκομεία οι υπηρεσίες υγείας παράγονται (προσφορά) ως επί το πλείστον από το κράτος (62%), στην πρωτοβάθμια υγεία, στα φάρμακα και τις οδοντιατρικές υπηρεσίες ο ιδιωτικός τομέας κατέχει τα πρωτεία, με ποσοστά που αγγίζουν το 60%, το 85% και το 80%, αντίστοιχα. 
Όσον αφορά τη ζήτηση, το ποιος πληρώνει δηλαδή για τις υπηρεσίες υγείας, το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι το 45,2% αφορά ιδιωτική πληρωμή (τα πληρώνουμε δηλαδή από την τσέπη μας) και μόνο το 2,1% πληρώνονται μέσω μίας ιδιωτικής ασφάλισης (βλ. Πίνακα 1). ¶ρα, το μεγαλύτερο πρόβλημα όσον αφορά τη διαχείριση της ζήτησης είναι ότι αυξάνει συνεχώς η ιδιωτική επιβάρυνση, ενώ μειώνεται η αποτελεσματικότητα της ασφαλιστικής προστασίας. Παράλληλα, τα Ταμεία δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος των υπηρεσιών υγείας και χρηματοδοτούν τις δαπάνες υγείας με χρήματα που προορίζονται για τις συντάξεις, με τα γνωστά αποτελέσματα. Κι ενώ παρατηρείται όλη αυτή η σπατάλη πόρων, υπάρχει αδυναμία διοίκησης και εκσυγχρονισμού του συστήματος.
Εδώ θα πρέπει να εξετάσουμε το «πολιτικό διακύβευμα», τα Ταμεία ως «Ιερές Αγελάδες», που αναφέραμε προηγουμένως. Το φαινόμενο που παρατηρείται είναι το εξής: Οι πολιτικοί διορίζουν διοικήσεις και ΔΣ, οι διοικήσεις διορίζουν υπαλλήλους, οι υπάλληλοι ψηφίζουν διοικήσεις και πολιτικούς στις εκλογές και οι συνδικαλιστές διορίζονται στα Δ.Σ. Όλα αυτά αποφέρουν και σημαντικό οικονομικό όφελος στους διοικούντες, αν σκεφτεί κανείς ότι μόνο οι Δαπάνες των Συλλογικών Οργάνων φτάνουν τα €8,5 εκατ.

Τα ερευνητικά ευρήματα
Την ίδια στιγμή, ερευνητικά ευρήματα του Εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας, του οποίου προΐσταμαι, δείχνουν ότι: α) το 75% της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) πραγματοποιείται εκτός ΕΣΥ, β) 4 στους 10 πληρώνουν ιδιωτικά, γ) το 26% επιλέγει ιδιώτη γιατρό, δ) μόνο το 50% κάνει χρήση ασφαλιστικού δικαιώματος, ε) στις αγροτικές περιοχές 1 στους 3 χρησιμοποιεί ιδιώτη γιατρό και στ) €1,8 δις ξοδεύονται σε ιδιωτικές αμοιβές χωρίς απόδειξη.
Παράλληλα, από μία ανάλυση των 32 Ταμείων που υπάρχουν σήμερα στη χώρα μας φαίνεται ότι έχουμε μεγάλες αποκλίσεις στα έσοδα ανά σφαλισμένο (min: €100, max: €4.547, μέσος όρος: €657, STD: 797), ενώ μικρότερες αποκλίσεις υπάρχουν στις παροχές (min: €58, max: €1.360,  μέσος: €660, STD: €308), γεγονός που δείχνει ότι  η κοινωνική ασφάλιση υγείας είναι άνιση και άδικη. Από την ίδια ανάλυση προκύπτει ότι η κοινωνική ασφάλιση υγείας είναι αναποτελεσματική, αφού στο σύνολό της τα έσοδα ανά ασφαλισμένο φτάνουν τα €561, ενώ οι παροχές τα €547, έχουμε δηλαδή μία διαφορά της τάξης των €43. Αν τώρα αφήσουμε έξω από την ανάλυση το ΙΚΑ, βλέπουμε ότι οι υπόλοιποι φορείς είναι ακόμη πιο πλεονασματικοί (εσ./ασφ.: €663, παρ./ασφ.: €517, διαφ.: €145). Το ΙΚΑ όμως που είναι ελλειμματικό έχει έσοδα/ασφ.: €525, ενώ οι παροχές που προσφέρει κοστίζουν  €575, είναι δηλαδή περισσότερες κατά €50).
Από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι τα 2/3 των εξόδων του κλάδου ασθενείας διατίθενται για  υπηρεσίες υγείας (68%), τα υπόλοιπα αφορούν δαπάνες περιουσίας (16%), παροχές πρόνοιας (7%), δαπάνες διοίκησης (6%) και λοιπές δαπάνες (3%). Επίσης, όπως φαίνεται και από τον πίνακα 2, πάνω από το 40% των παροχών σε είδος πηγαίνει για φάρμακα.

Κοινωνική Ασφάλιση και παγκοσμιοποίηση
Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι η Κοινωνική Ασφάλιση υγείας δεν είναι βιώσιμη, ιδιαίτερα λόγω της παγκοσμιοποίησης των οικονομιών. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Παγκοσμιοποίηση είναι μία «παρεξηγημένη» έννοια στην Ελλάδα και ότι δεν προβλέπεται μεταβολή σε προβλεπτό διάστημα (παρά τις …αντιρρήσεις του κ. Τσίπρα), είναι όμως αναγκαίες ορισμένες προσαρμογές των κοινωνικών συστημάτων.
Τι είναι όμως Παγκοσμιοποίηση των Οικονομιών; Παγκοσμιοποίηση των Οικονομιών σημαίνει ότι όλοι οι πόροι είναι διαθέσιμοι σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά το Χρήμα. Ότι τα αγαθά παράγονται (και πουλιούνται) οπουδήποτε και ότι το Κεφάλαιο πηγαίνει (ΑΜΕΣΑ) όπου επιτυγχάνει την υψηλότερη απόδοση και ασφάλεια. Στην Παγκοσμιοποίηση κερδισμένοι είναι οι ιδιοκτήτες και διαχειριστές του Κεφαλαίου (τόκοι, κέρδη) και της Τεχνολογίας, τραπεζίτες, επενδυτές, σύμβουλοι, πράκτορες, έμποροι και όλοι στις φτωχές χώρες. Χαμένοι από την άλλη είναι οι Εργάτες, μισθωτοί, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ανειδίκευτοι, και οι ασφαλισμένοι με βάση την απασχόληση, στις πλούσιες χώρες της Δύσης.
Λόγω της παγκοσμιοποίησης, λοιπόν, σε χώρες όπως (και) η Ελλάδα διαγράφεται ένα νέο οικονομικό περιβάλλον: Η παγκοσμιοποίηση μειώνει το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ, ενώ παράλληλα, μειώνεται η χρηματοδοτική βάση για την κοινωνική ασφάλιση. Συνεπώς, η ζήτηση για υπηρεσίες υγείας δεν μπορεί να εξαρτάται από τα «ένσημα». Αντίθετα, αυξάνεται η ανάγκη για χρηματοδότηση από φορολογικά έσοδα στο σύνολο του εισοδήματος, εξ ου και η ανάγκη για Εθνική Ασφάλιση Υγείας.
Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε σε κάποια πολιτικά «μαθήματα» που αφορούν την Ελλάδα. Κατ’αρχάς πρέπει να επισημάνουμε την αρνητική εξέλιξη της διόγκωσης της ιδιωτικής δαπάνης (40%-50% του συνόλου), και την «αμερικανοποίηση» του συστήματος υγείας που ακυρώνει και υποβαθμίζει το ΕΣΥ. Έχουμε το πιο ιδιωτικοποιημένο και το πιο «ακριβό» σύστημα υγείας στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι αν μέχρι τώρα το ΕΣΥ ανέβαζε κυβερνήσεις, κάλλιστα  μπορεί να συμβεί και το αντίθετο. 

Προτάσεις λύσεων υπάρχουν… αν θέλουμε
Όσον αφορά στην προσφορά απαιτείται αναδιοργάνωση -ολοκλήρωση του ΕΣΥ- με ένταξη και των δομών της Κ.Α., αξιοποίηση του προσωπικού για την επίλυση των προβλημάτων προσφοράς χωρίς νέες προσλήψεις, επίλυση του προβλήματος της ΠΦΥ σε αστικές περιοχές, συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με τη δημιουργία δικτύων ΠΦέ, συμβάσεις με την Κ.Α., αλλαγές στο Management των δημόσιων νοσοκομείων και τέλος, αξιοποίηση και αξιολόγηση της τεχνολογίας.
Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να κάνουμε μία πρόταση διακομματικής πολιτικής: Προτείνουμε τον Μόνιμο Υφυπουργό Υγείας, ο οποίος θα τοποθετείται για 7 χρόνια, χωρίς ανανέωση, θα προτείνεται από τον Πρωθυπουργό, αλλά θα εγκρίνεται υποχρεωτικά από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία. Θα λειτουργεί υπερκομματικά. Θα συναινεί απαραίτητα σε πολιτικές που προτείνει ο Υπουργός και θα εφαρμόζει την πολιτική που ψηφίζεται. Θα συνεχίζει την εφαρμογή της πολιτικής ακόμη και με αλλαγή Υπουργού ή/και Κυβέρνησης και θα απολύεται σε διαφωνία με τον Υπουργό μόνο με την αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής.
Όσον αφορά στις λύσεις για τη χρηματοδότηση προτείνουμε την αντικατάσταση Ταμείων – Κλάδων Υγείας με Εθνική Ασφάλιση Υγείας για όλους, την κατάργηση των εισφορών και τη χρηματοδότηση από φορολογικά έσοδα -όπου υπάρχουν πολλά “περιθώρια”, αν υπάρχει η “πολιτική βούληση”. Προτείνουμε, επίσης, συμβάσεις με τον ιδιωτικό τομέα για διαχείριση της ζήτησης μέσω ΣΔΙΤ, εισαγωγή νέων “εργαλείων”, όπως διαχείριση της αρρώστιας, έλεγχος φαρμακευτικής περίθαλψης.
Τελειώνοντας θα θέλαμε να καταθέσουμε κάποιες …”παράπλευρες” σκέψεις σε σχέση με το ασφαλιστικό και το Σχ. Ν. για την ΠΦΥ:

  • Καθώς αυξάνει το κόστος της υγείας για τα Ταμεία, κινδυνεύουν ακόμη και οι συντάξεις.
  • Ο κλάδος υγείας αφορά το 1/4 των δαπανών των Ταμείων και είναι περίεργο ότι δεν μιλάμε γι’ αυτόν, αλλά για “δειλές” παραμετρικές μεταβολές στο καθεστώς των συντάξεων μετά από …5-10 χρόνια και, τέλος,
  • Η ΠΦέ δεν είναι θέμα «διευθέτησης» της προσφοράς, αλλά διαχείρισης της ζήτησης.

Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι αναδεικνύεται ο νέος ρόλος του ιδιωτικού τομέα: η διαχείριση της ζήτησης. Η Εθνική Ασφάλιση Υγείας δημιουργεί ένα μονοψώνιο και ζήτημα διαχείρισης, όπου ο ιδιωτικός τομέας έχει την τεχνογνωσία. Προβάλλει, λοιπόν, επιτακτική η Σύνδεση του «κέρδους» για τον ιδιωτικό τομέα με την επίτευξη των στόχων του δημόσιου τομέα στο πλαίσιο ενός πραγματικά Εθνικού Συστήματος Υγείας. 
Για να γίνει, όμως, αυτό είναι αναγκαία η έναρξη άμεσα επιστημονικού και πολιτικού διαλόγου.

Προηγούμενο άρθροΥγιές… Σύστημα Υγείας …γίνεται;
Επόμενο άρθροΗθική και Χρήμα συνδυάζονται;