Οι τράπεζες λειτουργούν ασύδοτα και εκμεταλλεύονται τους πολίτες

234
της Σούλας Κορμά

Η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών θεωρεί ότι οι τράπεζες, προωθώντας προϊόντα δανεισμού, εκμεταλλεύονται την αδυναμία τους να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες τους. θεωρούν επίσης ότι δεν ενδιαφέρονται για το κοινωνικό σύνολο και λειτουργούν ασύδοτα και χωρίς κανέναν έλεγχο από την Πολιτεία και τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. Ωστόσο, υψηλό είναι το ποσοστό των συμπολιτών μας που δηλώνουν ταυτόχρονα ότι οι τράπεζες βοηθούν και διευκολύνουν τους πολίτες-καταναλωτές στην απόκτηση διαφόρων αγαθών. 
Τα παραπάνω, μεταξύ άλλων, προέκυψαν από την έρευνα που διενήργησε η GPO, για λογαριασμό της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του έπουργείου Ανάπτυξης. Παρουσιάστηκαν στη διάρκεια ημερίδας που οργάνωσε στις 31 Μαρτίου η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, υπό τον τίτλο «Τράπεζες και Καταναλωτές. Μπες ενημερωμένος – Βγες κερδισμένος».

Οι δύο όψεις της πραγματικότητας
Στόχος της ημερίδας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην ομιλία του ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή, κ. Γιάννης Οικονόμου, ήταν να φωτιστεί «με νηφαλιότητα, χωρίς κραυγές και λαϊκισμούς, αλλά και χωρίς διάθεση εξωραϊσμών, μια αγορά που, από όποια πλευρά και αν τη δει κανείς, θα συμφωνήσει ότι πολλά πράγματα δεν είναι όπως θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να είναι».
Η συμβολή των τραπεζών στην αναπτυξιακή τροχιά της χώρας είναι σημαντική και αναφέρθηκε σ’ αυτή ο κ. Οικονόμου, κάνοντας λόγο για τις επενδύσεις τους σε παραγωγικούς τομείς, για τις θέσεις απασχόλησης που προσφέρουν, για τη δραστηριότητά τους στο εξωτερικό, για τους φόρους που καταβάλλουν στο ελληνικό κράτος, για την υποστήριξή τους στα επιχειρηματικά σχέδια και στην απόκτηση κατοικίας εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, αλλά και για την αντοχή του τραπεζικού συστήματος στους κραδασμούς της παγκόσμιας οικονομίας και, κυρίως, των αμερικανικών τραπεζών. Τα παραπάνω, βέβαια, συνιστούν τη μία όψη της πραγματικότητας, που είναι αναμφισβήτητα η θετική, ωστόσο υπάρχει και μία ακόμη όψη, στην οποία επίσης αναφέρθηκε ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή, και την οποία συγκροτούν περιπτώσεις:
– Τραπεζικών ιδρυμάτων που αγνοούν δικαστικές αποφάσεις, ακόμα και αμετάκλητες.
– Παραπλανητικών διαφημίσεων, από τις οποίες δεν προκύπτει με σαφήνεια το ύψος της οφειλής του δανειολήπτη.
– Επιθετικών εμπορικών πρακτικών για την έκδοση πιστωτικών καρτών ή και άλλων τραπεζικών προϊόντων.
– Υπερβολικών χρεώσεων και ανεξήγητων προμηθειών.
Αξιοσημείωτη είναι και η σχετική αναφορά του έπουργού Ανάπτυξης, κ. Χρήστου Φώλια, που έκανε λόγο για πρακτικές τραπεζών «οι οποίες δεν εντάσσονται στην κοινή λογική», όπως: 
– Η αναδρομική επιβάρυνση τόκων σε χρήση πιστωτικής κάρτας, με χρέωση από την ημέρα διεξαγωγής της συναλλαγής.
– Η χρέωση προμήθειας 1,40 ευρώ για κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου προσώπου.
– Τα επιβαλλόμενα έξοδα αδράνειας από 0,60 – 1 ευρώ μηνιαίως, για λογαριασμούς κατάθεσης που μένουν ακίνητοι για περισσότερο από 18 μήνες.
– Η κλιμακωτή χρέωση από 3-20 ευρώ σε ανάληψη μετρητών από πιστωτική κάρτα.

Ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή, μιλώντας ακριβώς γι’ αυτές τις πρακτικές, τόνισε χαρακτηριστικά: «Σε μια περίοδο που τα εισοδήματα και τα νοικοκυριά πιέζονται ασφυκτικά, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούν να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν».
Ο κ. Φώλιας προέτρεψε τις τράπεζες να αυτορυθμιστούν «υιοθετώντας μια φιλικότερη πολιτική προς τον καταναλωτή», περιορίζοντας την επιθετική πολιτική προώθησης καταναλωτικών προϊόντων και εφαρμόζοντας παράλληλα αυστηρότερους όρους στην έγκριση πιστωτικών καρτών, καταναλωτικών και λοιπών δανείων. Επιπλέον, ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις καταγγελίες πολιτών για προσβλητική ή απειλητική συμπεριφορά υπαλλήλων εισπρακτικών εταιριών, σε οφειλέτες που είχαν καθυστερήσει την καταβολή της δόσης του δανείου τους. Είπε, μάλιστα, χαρακτηριστικά: «Οι πρακτικές αυτές είναι ανεπίτρεπτες. Ο σεβασμός της προσωπικότητας του πολίτη, όπως και ο σεβασμός των προσωπικών δεδομένων, τα οποία δεν θα πρέπει να μετατρέπονται σε πληροφορίες κοινής λήψης, αποτελούν εκ των ων ουκ άνευ παραμέτρους μιας πολιτισμένης κοινωνίας του 21ου αιώνα».

Το θεσμικό πλαίσιο προστατεύει τον καταναλωτή, αλλά…
Τόσο ο Υπουργός Ανάπτυξης όσο και ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή υπεραμύνθηκαν του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. «Το θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει στον τόπο μας προσφέρει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας στον καταναλωτή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Οικονόμου, ενώ ο κ. Φώλιας, αναφερόμενος σε θεσμικές παρεμβάσεις του έπουργείου που προΐσταται, χαρακτήρισε βαρύνουσας σημασίας τη ρύθμιση για το ακατάσχετο της πρώτης κατοικίας δανειολήπτη, για χρέη μέχρι 10.000 ευρώ από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες. 
Σημειώνοντας ότι «το κράτος έχει το δικό του μερίδιο ευθύνης για την προστασία του καταναλωτή», τόνισε ότι το νέο σχετικό θεσμικό πλαίσιο έχει ενσωματώσει την κοινοτική οδη-
γία περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, τις οποίες εφαρμόζουν οι προμηθευτές στον κύκλο των συναλλαγών τους με τους καταναλωτές. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι θεσμοθετεί την υποχρέωση της Πολιτείας για την πληροφόρηση και την επιμόρφωση των καταναλωτών, ιδιαίτερα των ευπρόσβλητων και ευαίσθητων ομάδων, σε θέματα που αφορούν στην αγορά, στον ανταγωνισμό και στον καταναλωτή. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε από τον έπουργό, αναβαθμίστηκε η Γραμμή Καταναλωτή 1520 και προσφέρει τις υπηρεσίες της σε καθημερινή βάση, ιδρύθηκε και λειτουργεί το Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή, θεσμοθετήθηκε και ενεργοποιήθηκε ο Συνήγορος του Καταναλωτή καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Καταναλωτή.

…δεν διαθέτουμε ανεπτυγμένη καταναλωτική συνείδηση
Ιδιαίτερα φιλο-καταναλωτική, λοιπόν, η εφαρμοζόμενη πολιτική, ισχυρό το θεσμικό πλαίσιο, αλλά, παρόλα αυτά, οι καταναλωτές εξακολουθούν να βιώνουν όλες αυτές τις πρακτικές των τραπεζών, που o ίδιος ο έπουργός χαρακτήρισε ανεπίτρεπτες και εκτός κοινής λογικής. 
Πρακτικές και συμπεριφορές –θα μπορούσε κανείς να προσθέσει– που, πολλές φορές, είναι σκανδαλωδώς προκλητικές –πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί, για παράδειγμα, η αγνόηση δικαστικών αποφάσεων εκ μέρους των τραπεζών;
Η ευκολία πρόσβασης των καταναλωτών στα προσφερόμενα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προϊόντα (εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, καταναλωτικά δάνεια, προεγκεκριμένες κάρτες “λόγω καλής συνεργασίας”, κ.ο.κ.) είναι …παροιμιώδης, με αποτέλεσμα οι …επιρρεπείς στο δανεισμό να καλύπτουν πολύ εύκολα την οποιαδήποτε “ανάγκη” τους. Ταυτόχρονα, όπως προκύπτει και από την έρευνα (ιδέ παρακάτω), οι καταναλωτές δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι και δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους όρους δανεισμού, δηλώνοντας παράλληλα ανενημέρωτοι και για τα δικαιώματά τους έναντι των τραπεζών. 
Μήπως, λοιπόν, οι τράπεζες, βρίσκοντας …πρόσφορο έδαφος, αξιοποιούν ακριβώς αυτή την καταναλωτική στάση-συμπεριφορά και “απλώνουν δίχτυα”, στα οποία δυστυχώς πέφτουν πάρα πολλοί, με ολέθριες για τους ίδιους συνέπειες; Ή, μήπως, οι ίδιες οι τράπεζες “καλλιεργούν” κιόλας αυτή τη στάση, μέσω των μηνυμάτων που “στέλνουν” από την πλειάδα των διαφημίσεών τους; 
Συνεπώς, το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει είναι πώς μπορεί ο καταναλωτής να αντισταθεί στον …πειρασμό που αντιμετωπίζει κάθε στιγμή, ακόμα και μέσα στο ίδιο του το σπίτι (βλ. ενημερώσεις ή ακόμα και πωλήσεις τραπεζικών προϊόντων, μέσω τηλεφώνου, στις πιο …απίθανες ώρες); Πώς θα χαλιναγωγήσει τις όποιες επιθυμίες του και θα ιεραρχήσει τις προτεραιότητές του, όταν συστηματικά “βομβαρδίζεται” από τις τράπεζες, ακόμα και με παραπλανητικά μηνύματα; Και ακόμα, πώς θα “βγει κερδισμένος” από την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει με μια τράπεζα; 
Η απάντηση, διά στόματος του κ. Χρήστου Φώλια: «Η ενημέρωση του καταναλωτή είναι το αποτελεσματικότερο όπλο του στην καθημερινή μάχη για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων του. Θέλουμε τον πολίτη συνεγγυητή της λειτουργίας του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά». 
Ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή, από την πλευρά του, επικαλούμενος τα συμπεράσματα της έρευνας, υπογράμμισε ότι το επίπεδο ανάπτυξης σωστής καταναλωτικής συνείδησης εξακολουθεί να παραμένει ελλειμματικό. 
Η πληροφόρηση, καθώς και η ύπαρξη και δυνατότητα πρόσβασης σε ανταγωνιστικά τραπεζικά προϊόντα είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να ενισχυθεί η καταναλωτική συνείδηση και «η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή επιχειρεί ουσιαστική παρέμβαση και στα δύο αυτά μέτωπα, με σειρά πρωτοβουλιών», όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Οικονόμου. Ανέφερε, επίσης, τη συμμετοχή της Γ.Γ.Κ. στις πρωτοβουλίες της Ε.Ε. και της επιτρόπου κας Kuneva που στοχεύουν στο να πείσουν τους καταναλωτές να αξιοποιήσουν τις μεγάλες ευκαιρίες και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που μπορεί να τους παράσχει η εσωτερική αγορά. Ως ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση χαρακτήρισε την οδηγία για την καταναλωτική πίστη, με τα όσα θετικά επιφέρει για τους καταναλωτές σε επίπεδο προσυμβατικής ενημέρωσης, υπαναχώρησης και αξιοποίησης ελκυστικότερων επιτοκίων. 
«Όλες μας αυτές οι κινήσεις», τόνισε εν κατακλείδι, «έχουν έναν κυρίαρχο στόχο: Να συμβάλουμε στη δημιουργία κουλτούρας υπεύθυνου δανεισμού». 
Πάντως, όσο και αν αποκτήσουμε κουλτούρα υπεύθυνου δανεισμού, η δυσφο-
ρία των πολιτών, που είναι διάχυτη στην ελληνική κοινωνία έναντι των τραπεζών, θα παραμένει, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η τεράστια διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια χορηγήσεων-καταθέσεων και η χρέωση των καταναλωτών με τις πάσης φύσεως προμήθειες.
Όσο και αν αναγνωρίζεται το δικαίωμα των τραπεζών να στοχεύουν στο κέρδος 
–θεμιτός στόχος κάθε επιχείρησης–, τα κέρδη-ρεκόρ που καταγράφουν είναι προκλητικά για μια κοινωνία, εν προκειμένω την ελληνική, που μαστίζεται από την ακρίβεια και βλέπει μέρα με τη μέρα τα εισοδήματά της να μειώνονται και την αγοραστική της δύναμη να ελαχιστοποιείται.

Έρευνα – «Έλληνες και Τραπεζικά Προϊόντα: Στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές»

Από την ανάγνωση των ευρημάτων της έρευνας της GPO* διαπιστώνουμε ότι οι Έλληνες καταναλωτές διατηρούν με τις τράπεζες μια ιδιόμορφη σχέση “αγάπης-μίσους”: ενώ  τις απαξιώνουν, τις θεωρούν ανάλγητες και υστερόβουλες, ταυτόχρονα διατηρούν μαζί τους μακροχρόνιους δεσμούς και δηλώνουν, σε υψηλό ποσοστό, ικανοποιημένοι από τη συνεργασία με τη δική τους τράπεζα. Προφανώς τα παραπάνω –αντιφατικά μέχρις ενός σημείου– αντικατοπτρίζουν την ιδιαίτερη σχέση τραπεζών-καταναλωτών. Και είναι ιδιαίτερη, γιατί για τον έναν εκ των δύο αυτή η σχέση αποτελεί “αναγκαίο κακό”, όταν δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες και να καλύψει τις ανάγκες του, και ενδέχεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να τον οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο και να αποβεί έτσι …μοιραία.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, ο βαθμός συναλλαγής με τις τράπεζες είναι υψηλότατος, αφού το 91,8% των ερωτηθέντων ατόμων έχουν τραπεζικό λογαριασμό ή κάποιο άλλο τραπεζικό προϊόν. Το 71,2% συνεργάζονται με την κύρια τράπεζά τους για περισσότερα από 6 χρόνια και οι μισοί από τους ερωτηθέντες συμφωνούν και μάλλον συμφωνούν με την άποψη, ότι οι τράπεζες βοηθούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. 
Το 65,7% των ερωτηθέντων δηλώνουν ευχαριστημένοι και πολύ ευχαριστημένοι από την τράπεζα με την οποία συνεργάζονται, ενώ 52,2% θεωρούν καλύτερο το επίπεδο εξυπηρέτησης σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. 
Ποσοστό 61,9% του δείγματος συμφωνούν με την άποψη ότι οι τράπεζες βοηθούν και διευκολύνουν τους πολίτες-καταναλωτές στην απόκτηση διαφόρων αγαθών, ωστόσο, ποσοστό 86,8% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι οι τράπεζες, προωθώντας προϊόντα δανεισμού, εκμεταλλεύονται την αδυναμία του πολίτη να αντεπεξέλθει στις καθημερινές του ανάγκες και, παράλληλα, το 84,4% δηλώνουν ότι τα τραπεζικά προϊόντα δανεισμού δημιουργούν μακροπρόθεσμα περισσότερα προβλήματα από όσα αρχικά επιλύουν στα νοικοκυριά.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων (ποσοστό 80,2%) δηλώνουν ότι οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για το κοινωνικό σύνολο, ενώ το 69,4% θεωρεί ότι οι τράπεζες λειτουργούν ασύδοτα και χωρίς κανέναν έλεγχο από την Πολιτεία και τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. 
Το 78,6%, μεταξύ των ατόμων που έχουν πάρει δάνειο από Τράπεζα, χαρακτηρίζουν πολύ και αρκετά μεγάλη την ανάγκη λήψης του και το 80,2% δηλώνουν ότι ήταν λίγο και καθόλου δύσκολο να το πάρουν. Ως πρωταρχικός λόγος λήψης δανείου αναφέρεται η αγορά κατοικίας (47,2%) και ακολουθούν οι επαγγελματικοί λόγοι (19,7%), η αγορά αυτοκινήτου (15,2%), κάποια έκτακτη ανάγκη (11,7%), αγορά άλλου αγαθού (11,4%), κ.ο.κ. Όσοι διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό ή κάποιο άλλο τραπεζικό προϊόν αλλά δεν έχουν πάρει δάνειο, αναφέρουν ότι θα έπαιρναν δάνειο στο μέλλον 
για αγορά κατοικίας (το 33,0%), για έκτακτη ανάγκη,  όπως ιατρική (το 24,4%), για επαγγελματικούς λόγους (το 9,4%), κ.ο.κ., ενώ το 26% δηλώνει ότι δεν θα έπαιρνε ποτέ δάνειο.
Σχετικά με την αποπληρωμή του δανείου, το 75,9% δηλώνει ότι δυσκολεύεται λίγο και καθόλου, ενώ το 24% δηλώνει ότι δυσκολεύεται πολύ και αρκετά.
Όσον αφορά τους κατόχους πιστωτικής κάρτας, το 95,8% δηλώνουν ότι δεν δυσκολεύτηκαν να την αποκτήσουν και ιεραρχώντας τους λόγους απόκτησης, αναφέρουν: για ευκολία στις αγορές τους (49,6%), για ανάληψη μετρητών (15,6%), για κάποια άμεση ανάγκη (12,4%), γιατί ήταν εύκολο να την αποκτήσουν (11,9%), κ.ο.κ.
Το 55,7% των ληπτών δανείου και κατόχων πιστωτικής κάρτας δηλώνουν ότι δεν καθυστερούν ποτέ την πληρωμή των αντίστοιχων δόσεων, ενώ το 29,9% δηλώνει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης η τράπεζα επικοινωνεί μαζί τους για να τους ενημερώσει και το 12,6% ότι δεν τους ενημερώνει. Το 79,7% θεωρεί ότι οι τράπεζες πιέζουν πολύ και αρκετά τους καταναλωτές σχετικά με την αποπληρωμή των δανείων και των πιστωτικών καρτών.
Οι μισοί σχεδόν από τους ερωτηθέντες (48,5%) δηλώνουν ότι αισθάνονται άγχος και ανασφάλεια σχετικά με την εκπλήρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων απέναντι στις τράπεζες. 
Αν και το 85,9% των ερωτηθέντων που έχουν πάρει δάνειο δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται πολύ και αρκετά για τους χρηματοοικονομικούς όρους του δανείου, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι τους εξέτασαν πολύ και αρκετά πριν τη σύναψη του δανείου είναι μόλις 69,4%, ενώ 30,2% δηλώνουν ότι τους εξέτασαν λίγο και καθόλου. Αντίστοιχα, το 66,4% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι γνωρίζουν πολύ και αρκετά τα μηνιαία χρηματοοικονομικά έξοδα με τα οποία επιβαρύνονται από την πιστωτική τους κάρτα. 
Ποσοστό 75,3% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι οι όροι του τραπεζικού δανεισμού δεν είναι δίκαιοι και δεν ανταποκρίνονται στις δυνατότητες και τις ανάγκες του μέσου καταναλωτή και, τέλος, εξαιρετικά χαμηλό είναι το ποσοστό (33,1%) όσων δηλώνουν ότι είναι πολύ και αρκετά ενημερωμένοι σχετικά με τα τραπεζικά προϊόντα και τους όρους δανεισμού που τα συνοδεύουν, ενώ εντυπωσιάζει το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν ότι γνωρίζουν λίγο ή καθόλου τα δικαιώματά τους απέναντι στις τράπεζες (62,1%).
 
* Η έρευνα κοινής γνώμης που διενήργησε η GPO για λογαριασμό της Γ.Γ.Κ. του έπ.Αν. έλαβε χώρα τον περασμένο Μάρτιο. Πραγματοποιήθηκαν 2.015 τηλεφωνικές συνεντεύξεις, με χρήση γραπτού δομημένου ερωτηματολογίου. Το δείγμα (γενικός πληθυσμός 18 ετών και άνω) κατανεμήθηκε με τη μέθοδο των ποσοστώσεων, με αναλογία κατοίκων ως προς τους Νομούς της Περιφέρειας, το φύλο και την ηλικία.

Καταχρηστικοί όροι συμβάσεων

Ένα ιδιαίτερα χρηστικό έντυπο εξέδωσε η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, στο οποίο περιέχονται πληροφορίες για μια σειρά από τραπεζικά προϊόντα και συναλλαγές, οι καταχρηστικοί όροι των συμβάσεων (τους παραθέτουμε ακολούθως), και ένα χρήσιμο λεξικό επεξήγησης τραπεζικών όρων.
«Σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικοί είναι, μεταξύ άλλων, ιδίως οι όροι που:
– Επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης, χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση.
– Επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία.
– Αφήνουν το τίμημα αόριστο χωρίς σπουδαίο λόγο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή.
– Επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμα εκτελεστεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος.
– Αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή.
– Επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις.
– Αναστρέφουν το βάρος απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα.
– Επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση.
– Προβλέπουν ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών αντί για 365 ή 366 ημερών.
– Προβλέπουν ποινή προεξόφλησης για στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο.
– Προβλέπουν προμήθεια της Τράπεζας για την ανάληψη δανείου μέσω πιστωτικής κάρτας.
– Μετακυλύουν στον κάτοχο της κάρτας την ευθύνη για κάθε παράνομη χρήση της κάρτας που έγινε εξαιτίας κλοπής ή απώλειάς της, χωρίς να εξαρτούν την ευθύνη αυτή από υπαιτιότητα του καταναλωτή.
– Προβλέπουν τη δυνατότητα της τράπεζας να μεταβάλει μονομερώς το επιτόκιο, χωρίς να αναφέρονται στη σύμβαση συγκεκριμένα και εύλογα κριτήρια, με βάση τα οποία θα γίνει η αύξηση.
– Καθορίζουν ως αποκλειστικά αρμόδια για την εκδίκαση των διαφορών μεταξύ τράπεζας και πελατών τα Δικαστήρια των Αθηνών.
– Προβλέπουν ότι αν ο καταναλωτής δεν αντιδράσει μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, σημαίνει ότι ο καταναλωτής έλαβε το μηνιαίο λογαριασμό από την τράπεζα και δεν μπορεί να τον αμφισβητήσει.
– Προβλέπουν τη δυνατότητα μονομερούς αναπροσαρμογής της συνδρομής.
– Στερούν τη δυνατότητα του καταναλωτή να προβάλει κατά της τράπεζας ενστάσεις που έχει κατά του προμηθευτή».

Προηγούμενο άρθροΣτον καταναλωτή οι ελπίδες μας, δηλώνει ο Yφυπουργός Ανάπτυξης, κ. Σταύρος Καλαφάτης
Επόμενο άρθροΚερδοφόροι οι παγκόσμιοι ηγέτες της Ασφάλισης που δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα