Παραμένουν ισχυρά τα παγκόσμια αντασφαλιστικά κεφάλαια. Πώς κινήθηκαν οι ανανεώσεις των συμβάσεων στην Ελλάδα

301
Του Αλέξανδρου Turner, Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της Aon Greece S.A.

Η αξία του θεσμού της αντασφάλισης, ως μορφή αύξησης κεφαλαίου των ασφαλιστικών αγορών, ποτέ δεν υπήρξε τόσο απτή και ουσιαστική όσο το 2011. 
Οι αντασφαλιστικές αγορές ανταποκρίθηκαν άμεσα στις ανάγκες των ασφαλιστικών εταιρειών, ανάγκες που προέκυψαν από μία σειρά ατελείωτων, εκ πρώτης όψεως, καταστροφικών γεγονότων, κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2011. Οι ζημιές αυτές }που από οικονομικής άποψης είναι παρόμοιες με εκείνες που υπέστη η αντασφαλιστική αγορά από τους τυφώνες στις ΗΠΑ το 2004 και το 2005} για το 2011, παγκοσμίως, εκτιμούνται στα $434 δις. Το γράφημα 1(δείτε στο τέλος του άρθρου), που ακολουθεί, δείχνει τις οικονομικές ζημιές από καταστροφικά γεγονότα ανά έτος και είδος.

Μόνο στην Ασία, το 2011, οι ζημιές αποτελούν το 65% του συνόλου των παγκόσμιων ζημιών, ποσοστό που, όπως φαίνεται από το γράφημα 2 (δείτε στο τέλος του άρθρου), αντιστοιχεί σε έξι φορές μεγαλύτερο ετήσιο μέσο όρο οικονομικών ζημιών, σε αυτή την περιοχή, τα τελευταία χρόνια. 
Το γεγονός ότι οι περιοχές στις οποίες έγιναν ζημιές το 2011 ήταν ασφαλισμένες σε μεγάλο ποσοστό αύξησε το σύνολο των ζημιών που αποζημιώθηκαν από τις ασφαλιστικές εταιρείες στο 25% ($106 δις), από το 15% που ήταν το 2010.

Όπως φαίνεται από το γράφημα 3 (δείτε στο τέλος του άρθρου), τα παγκόσμια αντασφαλιστικά κεφάλαια παραμένουν ισχυρά, παρά τις μεγάλες ζημιές από καταστροφικά γεγονότα που υπέστησαν στην ιδία τους κράτηση. Το ύψος των αντασφαλιστικών καλύψεων που απαιτήθηκε την 1η Ιανουαρίου 2012, επετεύχθη, κατά κύριο λόγο, με αύξηση στην τιμολόγηση και δυσχερέστερους όρους και προϋποθέσεις σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
Τα έσοδα και τα κεφάλαια της ασφαλιστικής αγοράς δέχονται πιέσεις από τα χαμηλά επιτόκια, που σχετίζονται με την παγκόσμια οικονομική αβεβαιότητα, τα δημόσια χρέη στην Ευρώπη και παρόμοια ομοσπονδιακά και κρατικά προβλήματα δανεισμού στις ΗΠΑ. Επιπλέον, στις ΗΠΑ οι εταιρείες δέχτηκαν πιέσεις από εξαιρετικά μεγάλες ζημιές στην ιδία τους κράτηση, προερχόμενες από ανεμοστρόβιλους και χαλάζι. 

Ο ασυνήθιστος συνδυασμός ζημιών από καταστροφικά γεγονότα το 2010 και το 2011 δεν έχει ακόμα οδηγήσει τις ασφαλιστικές εταιρείες που επηρεάστηκαν στην αναζήτηση κεφαλαίων, στην αγορά υψηλότερων αντασφαλιστικών ορίων ή στην αύξηση τιμών/μείωση έκθεσης στον κίνδυνο των ασφαλιστικών προϊόντων τους. Επίσης, μερικά από τα μεγαλύτερα προγράμματα που επηρεάστηκαν από ζημιές δεν έχουν ακόμα ανανεωθεί για το 2012 και είναι πιθανόν οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι κυβερνήσεις που υπέστησαν ζημιές από τα καταστροφικά γεγονότα του 2011, να αυξήσουν το μέγεθος των αντασφαλιστικών προγραμμάτων τους, που ανανεώνονται τον Απρίλιο, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2012. Υπάρχει ακόμη το ενδεχόμενο, μεγάλες πολυεθνικές ασφαλιστικές εταιρείες να προτιμήσουν εκ νέου τη χρήση της αντασφάλισης, ως μέτρο προστασίας των εσόδων τους, σε περιοχές που μπορεί να συμβούν σημαντικά καταστροφικά γεγονότα, που ενδέχεται να τα επηρεάσουν.

Εντούτοις, τα νέα μοντέλα εκτίμησης καταστροφικών κινδύνων δεν έχουν οδηγήσει σε υψηλότερη ζήτηση για αντασφάλιση. Επίσης, μοντέλα που δημιουργήθηκαν σε περιοχές που δεν είχαν υλικές ζημιές το 2010 ή το 2011 δεν υιοθετήθηκαν με τον ίδιο τρόπο από την ασφαλιστική αγορά της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το σχετικά ισχυρό ασφαλιστικό κεφάλαιο, ακυρώνει την πιθανότητα για αύξηση ζήτησης αντασφαλιστικής κάλυψης. Η επιπλέον ζήτηση για αντασφαλιστική κάλυψη σε Ευρώπη και ΗΠΑ εξακολουθεί να συσχετίζεται άμεσα με το κόστος. 

Πάντως, το ενδιαφέρον των ασφαλιστικών εταιρειών για αντασφάλιση με συσσωρευτικό χαρακτήρα (aggregate covers) αυξήθηκε, έπειτα από το μεγάλο αριθμό ζημιών στην ιδία τους κράτηση. Κάποιες εταιρείες μάλιστα, που ανανέωσαν προγράμματα αυτού του είδους, διάλεξαν να αυξήσουν τη συμμετοχή τους (co-participations), προκειμένου να μην αυξηθεί το κόστος. Νέα ζήτηση για αυτά τα προϊόντα μπορεί να προκύψει, εφόσον οι αντασφαλιστές υιοθετήσουν μία πιο μακροχρόνια άποψη σε σχέση με την παρελθοντική εμπειρία των ασφαλιστικών εταιρειών.

Στην Ελλάδα, οι ανανεώσεις των συμβάσεων για το 2012 κύλησαν ομαλά, με ελάχιστες ανεπιθύμητες εκπλήξεις. 
Ουσιώδεις αυξήσεις (μεγαλύτερες του 5%) είχαμε σε γενικές γραμμές μόνο στις ανανεώσεις των συμβάσεων φυσικών καταστροφών (Catastrophe Excess of Loss) και στον κλάδο πυρός (Risk Excess of Loss), αναλόγως του ιστορικού των ζημιών συγκεκριμένων εταιρειών, ενώ στους λοιπούς γενικούς κλάδους, ήτοι αυτοκινήτου, σκαφών, μεταφορών, κ.τ.λ., οι ανανεώσεις κινήθηκαν στα δεδομένα του 2011.
Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά στον κλάδο αυτοκινήτου, η αγορά βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο, στο οποίο αυξήθηκαν τα υποχρεωτικά κατώτατα όρια αστικής ευθύνης προς τρίτους, σύμφωνα με την εναρμόνιση του κλάδου στην 5η κοινοτική οδηγία. Η τελευταία τέτοια αύξηση θα γίνει την 1η Ιουνίου, όπου τα όρια θα σταθεροποιηθούν για το εγγύς μέλλον στο €1 εκατ. ανά παθόντα (χωρίς ανώτατο όριο ανά γεγονός) και στο €1 εκατ. ανά γεγονός για υλικές ζημίες. 

Η αλλαγή των ορίων έχει επιφέρει τα εξής:
1. Αυξημένες ίδιες κρατήσεις στις συμβάσεις των αυτοκινήτων (Motor Excess of Loss). Η μέση ιδία κράτηση είναι τώρα περίπου €1 εκατ., σε σχέση με €350-400 χιλ. που ήταν πριν 2-3 χρόνια.
2. Αυξημένα όρια αντασφάλισης, προκειμένου οι εταιρείες να είναι προστατευμένες για ένα «μεγάλο γεγονός».
3. Αυξημένο κόστος αντασφάλισης (αλλά κατά γενική ομολογία σε πολύ λογικά επίπεδα).
4. Αύξηση του «πρωτασφαλίστρου», προκειμένου οι εταιρείες να αντεπεξέλθουν στις μελλοντικές αυξημένες απαιτήσεις (λόγω των νέων αυξημένων ορίων), το οποίο όμως, λόγω της κρίσης, του ανταγωνισμού και των πρόσφατων αποτελεσμάτων, παραμένει σε μάλλον χαμηλό επίπεδο.

Όσον αφορά στις συμβάσεις φυσικών καταστροφών (Cat XL’s) για το 2012, οι ανανεώσεις επηρεάστηκαν από το αρνητικό χρηματοοικονομικό περιβάλλον καθώς και από τις μεγάλες ζημιές που υπέστησαν οι αντασφαλιστές το 2011. Το γράφημα 4 (δείτε στο τέλος του άρθρου) δείχνει την εξέλιξη των ασφαλιζομένων κεφαλαίων των ζωνών 7 & 9 (ευρύτερη Αττική, στον αριστερό κάθετο άξονα) καθώς και την εξέλιξη των ορίων κάλυψης των αντασφαλιστικών συμβάσεων σεισμού ως ποσοστό των ασφαλιζομένων κεφαλαίων (των ζωνών 7 & 9, στο δεξιό κάθετο άξονα).
Διακρίνουμε μία αντιστρόφως ανάλογη συσχέτιση, δηλαδή υπάρχει μία σταθερή μείωση των ορίων κάλυψης σε σχέση με τα συνεχώς αυξανόμενα ασφαλιζόμενα κεφάλαια. Επίσης, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τη ραγδαία αύξηση της «ασφαλιστέας ύλης» μετά την ένταξη της χώρας στο ευρώ το 2001, η οποία σαφώς σχετίζεται με την έξαρση των στεγαστικών δανείων που ακολούθησε την περίοδο αυτή.

Επίσης, ενδιαφέρον έχει να παρατηρήσει κανείς πώς εξελίχθησαν οι κρατήσεις των εταιρειών στις αντασφαλιστικές συμβάσεις σεισμού, το οποίο φαίνεται στο γράφημα 5 (δείτε στο τέλος του άρθρου). (Το γράφημα αυτό δείχνει την εξέλιξη των ασφαλιζομένων κεφαλαίων των ζωνών 7 & 9, ευρύτερη Αττική, στον αριστερό κάθετο άξονα, καθώς και την εξέλιξη των κρατήσεων των αντασφαλιστικών συμβάσεων φυσικών καταστροφών ως ποσοστό των ασφαλιζομένων κεφαλαίων των ζωνών 7 & 9, στο δεξιό κάθετο άξονα).
Παρατηρούμε ακριβώς την ίδια εξέλιξη, όπως και στο γράφημα 4. Οι κρατήσεις των εταιρειών σταθερά μειώνονταν μέχρι και το 2005, ενώ έκτοτε παρατηρούμε μία σχετική σταθεροποίηση στο επίπεδο του 0,12% (των ασφαλιζομένων κεφαλαίων στις ζώνες 7 & 9).
Όσον αφορά στα μοντέλα εκτίμησης ζημιών από καταστροφικά γεγονότα (Catastrophe Models), για το 2011 είχαμε αρκετές αλλαγές, καθώς RMS και AIR αναβάθμισαν τα μοντέλα τους, με αποτέλεσμα να διαφέρουν ιδιαιτέρως σε σχέση με τις προηγούμενες εκδόσεις τους. Η RMS ενσωμάτωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και μοντέλο εκτίμησης πληθωρισμού αγαθών και υπηρεσιών ως συνέπεια φυσικών καταστροφών, αφού για κάποιο χρονικό διάστημα μετά από μία καταστροφή η ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών υπερκαλύπτει την προσφορά (Post Loss Amplification or Demand Surge model). Οι περισσότερες εκ των ασφαλιστικών εταιρειών, όμως, δεν έλαβαν υπόψη τους το πληθωριστικό μοντέλο της RMS για τους σκοπούς των ανανεώσεων των αντασφαλιστικών συμβάσεων για το 2012.

Το γράφημα 6 (δείτε στο τέλος του άρθρου) δείχνει τα αποτελέσματα των τεσσάρων μοντέλων για την ελληνική αγορά. Θεωρούμε πως το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό της ελληνικής αγοράς, αφού η ανάλυση ξεπερνάει σε όγκο το 95% των ασφαλιζόμενων κεφαλαίων.
Ο κάθετος άξονας στο γράφημα 6 δείχνει τη μέγιστη πιθανή ζημία από ένα γεγονός σε δις ευρώ, ενώ ο οριζόντιος άξονας δείχνει το βάθος χρόνου. Για παράδειγμα, στα 200 χρόνια, που είναι και το κριτήριο για το Solvency II, τα αποτελέσματα έχουν ως εξής:
1. Aon’s IF model μέγιστη πιθανή ζημία €1.530.000.000
2. Vendor Model A μέγιστη πιθανή ζημία €2.050.000.000
3. Vendor Model B μέγιστη πιθανή ζημία €1.421.000.000
4. Vendor Model C μέγιστη πιθανή ζημία €3.297.000.000
5. EIOPA, δηλαδή το τρέχον Solvency II μοντέλο, €2.150.000.000
Είναι εμφανής η σχετικά μεγάλη απόκλιση που έχει το μοντέλο “Vendor C” σε σχέση με τα υπόλοιπα μοντέλα, τα οποία είναι αρκετά πιο κάτω από αυτό. Επίσης, είναι εμφανές πως οι εταιρείες θα μπορούσαν να μειώσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια κάτω από το Solvency II, αν υιοθετούσαν ένα μερικό εσωτερικό μοντέλο (Partial Internal Model) όσον αφορά στο Catastrophe Risk, χρησιμοποιώντας ένα σταθμισμένο μοντέλο βασισμένο στις κατανομές των προαναφερόμενων μοντέλων.
Η AonBenfield ειδικεύεται σε τέτοιου είδους αναλύσεις, καθώς είναι ο μοναδικός μεσίτης αντασφαλίσεων που έχει δημιουργήσει αμιγώς ελληνικό μοντέλο σεισμού, το Impact Forecasting (IF), και έχει στη διάθεσή της το ReMetrica, το οποίο είναι διεθνώς αναγνωρισμένο λογισμικό για τη μοντελοποίηση ασφαλιστικών, χρηματοοικονομικών και επιχειρηματικών κινδύνων.

Μεγάλη πρόκληση στην ελληνική ασφαλιστική αγορά αποτελεί και το κανονιστικό πλαίσιο 2, Solvency II. Μέχρι το 2014 οι εταιρείες θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες, ώστε να πληρούν τους όρους του Solvency II, τόσο από την πλευρά των κεφαλαίων, που αφορούν στον 1ο Πυλώνα, όσο και από την πλευρά των ποιοτικών απαιτήσεων, που αφορούν στο 2ο και 3ο Πυλώνα. Η Εποπτική Αρχή περιμένει από τις εταιρείες να είναι καλά προετοιμασμένες και να αποδείξουν πως έχουν λάβει τα κατάλληλα μέτρα, και όχι απλά να “πατήσουν ένα κουμπί”, όταν φτάσει εκείνη η μέρα. 
Από την πλευρά του κεφαλαιακού σχεδιασμού, είναι σημαντικό οι εταιρείες να έχουν βάλει στόχο ένα συντελεστή φερεγγυότητας ο οποίος να είναι υψηλότερος από το Solvency Capital Requirement (SCR) αλλά και το Minimum Capital Requirement (MCR). 
Αναμένουμε πως, σε γενικές γραμμές, η ζήτηση για αντασφάλιση θα αυξηθεί, από την ανάγκη μείωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων που προβλέπονται από τις αυστηρότερες σχετικές προβλέψεις των εποπτικών αρχών. Ήδη, παρατηρείται πως μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ζήτηση για συσσωρευτικές καλύψεις (aggregate covers) και πιο εξειδικευμένα αντασφαλιστικά προϊόντα, ώστε να μειωθούν τα απαιτούμενα εποπτικά κεφάλαια. Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί μέσα στο 2012, καθώς οι εταιρείες στοχεύουν να αξιοποιήσουν τη χρήση της αντασφάλισης, ως βέλτιστο μέσο μείωσης των κεφαλαιακών αναγκών που απαιτεί το Solvency II.
Στην ελληνική αγορά παρατηρείται ανάγκη μείωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων, όσον αφορά στο Market, Premium και Reserve Risk, κυρίως. Οι αντασφαλιστές έχουν ανταποκριθεί προτείνοντας λύσεις, όπως μεταφορά χαρτοφυλακίου ζημιών (Loss Portfolio Transfer, LPT), δυσμενής εξέλιξη αποθεμάτων (Adverse Development Cover, ADC) και αναλογικές συμβάσεις αυτοκινήτου (Motor Quota Share).

Παγκόσµιοι παράγοντες που επηρεάζουν την αντασφαλιστική προσφορά

+ Μεγάλα αντασφαλιστικά κεφάλαια
+ Μικρές ασφαλισµένες ζηµιές από την περίοδο τυφώνων/ανεµοστρόβιλων
+ Αυξανόµενο ενδιαφέρον επενδυτών σε οµόλογα καταστροφικών κινδύνων και σχετικών προϊόντων
+ Συνεχής βελτίωση αποθεµατικών για κινδύνους ατυχηµάτων και ευθύνης
+ Αύξηση του µεγέθους των κρατικών κοινοπραξιών για κινδύνους από ανεµοστρόβιλους, τυφώνες στιςΗΠΑ
+ Συρρίκνωση της ασφάλισης ιδιοκατοίκησης στη Φλόριντα
– Μεγάλες αντασφαλισµένες ζηµιές σε Ν. Ζηλανδία και Αυστραλία
– Ζηµιές στην Ιαπωνία από εµπορικούς κινδύνους και ζηµιές κοινοπραξιών
– Αβεβαιότητα που σχετίζεται µε τα νέα µοντέλα καταστροφικών κινδύνων
– Μη ικανοποιητικά αποτελέσµατα αντασφαλιστικών εταιρειών και χαµηλή αποτίµηση των µετοχών τους
– Θέµατα που σχετίζονται µε δηµόσιο χρέος
= Υψηλήαντασφαλιστική προσφορά

Παγκόσµιοι παράγοντες που επηρεάζουν την αντασφαλιστική ζήτηση

– Ισχυρό ασφαλιστικό κεφάλαιο
– Αβεβαιότητα στην αντασφαλιστική τιµολόγηση στις ζώνες υψηλής σεισµικότητας,
που επιτείνεται λόγω µεγάλων σεισµών σε ζώνες χαµηλής σεισµικότητας
– Υποτονική ασφαλιστική ανάπτυξη σε δυσµενές οικονοµικό περιβάλλον
– Συνεχής ευνοϊκή εξέλιξη των ασφαλίσεων ατυχηµάτων
– Μεγάλος ανταγωνισµός σχεδόν σε όλες τις αγορές
– Χαµηλή απόδοση επενδύσεων
+ Μεγάλες ασφαλισµένες ζηµιές από σεισµό σε Ιαπωνία καιΝ. Ζηλανδία
+ Μεγάλη κράτηση σε ζηµιές από ανεµοστρόβιλους και χαλάζι στιςΗΠΑ
+ Χαµηλές αποτιµήσεις ασφαλιστικών εταιρειών και αύξηση στην επαναγορά µετοχών τους
+ Θέµατα που σχετίζονται µε δηµόσιο χρέος
= Σταθερή έως χαµηλή ανάπτυξη τηςαντασφαλιστικής ζήτησης

 

Προηγούμενο άρθροΜάρτιος 2012: Τώρα, θα κριθεί ο θεσμός!
Επόμενο άρθροΕκπαίδευση, Πιστοποίηση, Πρακτική Άσκηση. “Αγκάθι” για εταιρείες και διαμεσολαβητές