Πώς θα κλείσουμε το κενό προστασίας από φυσικές καταστροφές

573

Ξεκινάμε με τον καταναλωτή

Του Pavel Huerta, Expert Property EMEA Business Generation & Director, Property & Specialty Underwriting, Swiss Re

Οι ζημιές από φυσικές καταστροφές είναι ικανές να έχουν σοβαρότατο αντίκτυπο στις οικονομίες ολόκληρων χωρών. Ιστορικά, το 70% όλων των οικονομικών ζημιών κατά τα τελευταία 10 χρόνια δεν είχαν ασφαλιστική κάλυψη, στοιχείο που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Στον ασφαλιστικό κόσμο, το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις οικονομικές και τις ασφαλισμένες ζημιές αποκαλείται «κενό προστασίας». Στη Swiss Re, πιστεύουμε ότι ο κλάδος οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα της κοινωνίας. Η προσέγγιση είναι απλή: πρέπει να αλλάξουμε την αφετηρία μας. Ο ασφαλιστικός κλάδος πρέπει πρώτα να ακούσει τους καταναλωτές, ώστε να κατανοήσει γιατί υπάρχει τόσο μεγάλο κενό, και να αναπτύξει καλύψεις με βάση τα ευρήματα αυτά.  

Διαθέτω ένα ακίνητο στην Πόλη του Μεξικού, σε ένα σχετικά καινούργιο κτήριο που οικοδομήθηκε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1985. Το κτήριο ανεγέρθηκε στο ίδιο οικόπεδο με ένα κτήριο που κατέρρευσε στη διάρκεια του τραγικού αυτού συμβάντος. Όντας ασφαλιστής, έχω σίγουρα επίγνωση των κινδύνων που σχετίζονται με τη θέση ενός κτηρίου, κάτι το οποίο εύλογα γνωρίζουν και οι γείτονές μου.  Εντούτοις, το κτήριό μας δεν διαθέτει κάλυψη σεισμού, παρά την επικίνδυνη θέση της Πόλης του Μεξικού: η πόλη βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις μεγάλες τεκτονικές πλάκες. Η μη αγορά κάλυψης φυσικών καταστροφών, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είναι θέμα κόστους. Θα μπορούσαμε από κοινού να συγκεντρώσουμε τα χρήματα για να ασφαλίσουμε το κτήριο. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειές μου να μεταπείσω τους γείτονες, δεν τους ενδιαφέρει η αγορά κάλυψης σεισμού.

Το χάσμα ανάμεσα στις οικονομικές και ασφαλισμένες ζημιές, το επονομαζόμενο από τον ασφαλιστικό κλάδο «κενό προστασίας», είναι μια πολύ μεγάλη απειλή σε ένα κόσμο όπου οι ζημιές από φυσικές καταστροφές αυξάνονται τόσο σε συχνότητα όσο και σε σοβαρότητα. Στο διάστημα από το 1970 μέχρι το 2015, οι συνολικές οικονομικές ζημιές από φυσικές καταστροφές υπεροκταπλασιάστηκαν. Η κλιματική αλλαγή ευθύνεται μερικώς για την αυξανόμενη ένταση των καταστροφών αυτών, όμως, ο συνδυασμός της συνεχιζόμενης οικονομικής ανάπτυξης, της αύξησης του πληθυσμού της γης και της υψηλότερης συγκέντρωσης περιουσιακών στοιχείων οδηγεί σε περισσότερες ανθρώπινες απώλειες και μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές από τέτοια συμβάντα. Την ίδια στιγμή, τα τελευταία 10 χρόνια, το 70% των πρόσφατων σχετικών ζημιών, αξίας $1,3 τρις, ήταν ανασφάλιστο.  Συχνά, τις ζημιές αυτές καλούνται να πληρώσουν οι κυβερνήσεις και οι πολίτες των χωρών που υπόκεινται σε τέτοιες καταστροφές, και να αναλάβουν την ανοικοδόμηση χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τον ασφαλιστικό κλάδο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το κενό προστασίας, το οποίο αυξάνεται σταθερά τα τελευταία 10 χρόνια, δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά αποκλειστικά τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Για παράδειγμα, παρατηρούμε τεράστιο κενό στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, αλλά και στην Ευρώπη, το ΗΒ και η Γαλλία είναι οι μοναδικές χώρες που έχουν σημαντικά υψηλά επίπεδα κάλυψης. Παρατηρούμε το κενό προστασίας σε πολλαπλά τμήματα της κοινωνίας στις περισσότερες χώρες: δημόσια περιουσία, χρηματοδοτικοί πόροι αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών, ανασφάλιστη ιδιωτική περιουσία και βιοπορισμός. Όλα τα τμήματα αυτά απαιτούν συγκεκριμένες ασφαλιστικές λύσεις και πολιτικές.  

Όπως πολλές χώρες ΕΜΕΑ, η Ελλάδα διαθέτει πολύ μεγάλο κενό προστασίας, που αγγίζει το 92,6% ανασφάλιστων αξιών. Σύμφωνα με τα μοντέλα μας, το κενό αυτό εκτιμάται σε περίπου €680 εκατομμύρια και είναι ιδιαιτέρως έκδηλο στην ασφάλιση σεισμού. Μη λαμβάνοντας υπόψη τις παράπλευρες συνέπειες ενός σεισμού με συχνότητα εμφάνισης 1 στα 250 έτη, εκτιμούμε ότι οι άμεσες ζημιές περιουσίας θα ανέλθουν σε περίπου €6,6 δις, από τα οποία τα €6,3 δις θα είναι ανασφάλιστα. Το 2015, η Standard and Poors υπολόγισε ότι ο αντίκτυπος ενός τέτοιου καταστροφικού συμβάντος θα προκαλούσε μία πτώση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της τάξης του 1% και αύξηση του δημοσίου χρέους κατά σχεδόν 6%. Ο οίκος επίσης ανέφερε ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε πτώση στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας.  

{gallery}DIAFORA/seismoi-1/AthensSeismos{/gallery}
Φωτ. από τον μεγάλο σεισμό στην Αθήνα το 1999

 

Γιατί όμως η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες, έχει τόσο μεγάλο κενό στην ασφάλιση;
Τις αιτίες θα τις αναζητούσα σε έξι βασικούς παράγοντες.

Πρώτον, μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού δεν γνωρίζει τους κινδύνους φυσικών καταστροφών τους οποίους αντιμετωπίζει, ούτε τις στατιστικές πιθανότητες να πληγεί από μία φυσική καταστροφή κάποια στιγμή στη ζωή του. Όπως οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουμε από την κλιματική αλλαγή, το ενδεχόμενο ενός καταστροφικού σεισμού ή μιας καταστροφικής καταιγίδας αποτελούν δυσάρεστες προοπτικές και έτσι, ενδεχομένως υποσυνείδητα, πολλοί επιλέγουν να μην ασχολούνται με το θέμα.

Αυτό οδηγεί στο δεύτερο πρόβλημα: πολλοί άνθρωποι δεν κατανοούν τα διαθέσιμα ασφαλιστικά προϊόντα. Εντυπωσιακά μεγάλο ποσοστό ασφαλισμένων δεν κατανοεί πραγματικά τις καλύψεις των συμβολαίων τους. Αυτό αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του κενού προστασίας: πολλοί ασφαλισμένοι πιστεύουν ότι το προϊόν που έχουν αγοράσει καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες τους σε προστασία, συχνά όμως σφάλλουν και γνωρίζουν την απογοήτευση όταν έρθει η στιγμή να υποβάλουν μία απαίτηση. Ο κλάδος θα πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο ώστε να συντάσσει σαφέστερες συμβάσεις και να επικοινωνεί με τους πελάτες και υποψήφιους αγοραστές αναφορικά με τις λεπτομέρειες και τις καλύψεις των συμβολαίων.

Το τρίτο πρόβλημα που θα ήθελα να αναφέρω είναι ένα ζήτημα που ο κλάδος μας πρέπει να αντιμετωπίσει κατά μέτωπον. Δυστυχώς, υπάρχει μεγάλος αριθμός υποψήφιων πελατών που δεν εμπιστεύονται τις ασφαλιστικές εταιρείες και μάλιστα μας εμπιστεύονται λιγότερο απ’ ό,τι εμπιστεύονται την κυβέρνηση ή τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Πρέπει να καταπολεμήσουμε τις φήμες που θέλουν τις ασφαλιστικές εταιρείες να μην πληρώνουν αποζημιώσεις, όταν οι απαιτήσεις είναι δικαιολογημένες, και να δουλέψουμε ώστε ο κόσμος να νιώθει ότι μπορεί να μας έχει εμπιστοσύνη, ότι θα ενεργήσουμε ως πιστοί συνεργάτες.  

Το τέταρτο εμπόδιο είναι η κρατική διαφάνεια για τις οικονομικές δυνατότητες ανταπόκρισης σε μια καταστροφή. Πολλές κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο θα αντιμετώπιζαν πολλές οικονομικές δυσκολίες αν αναγκάζονταν σε ανοικοδόμηση μετά από ένα πραγματικά καταστροφικό συμβάν, αλλά αν μία κυβέρνηση έχει παραδοσιακά στηρίξει τον πληθυσμό της συνεπεία μικρότερων φυσικών καταστροφών, ο κόσμος ενδέχεται να μην αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν οικονομικοί περιορισμοί.  Προφανώς, ο πληθυσμός δεν έχει κίνητρο να επενδύσει σε ασφάλιση, αν πιστεύει ότι η κυβέρνησή του θα καλύψει τη ζημιά.  

Ένα πέμπτο πρόβλημα είναι το αυξανόμενο ποσοστό πελατών που βρίσκει την όλη διαδικασία εξασφάλισης ασφαλιστικών προϊόντων πολύ κουραστική. Σε έναν κόσμο όπου όλοι, και ιδίως η γενιά των millennials, έχουν συνηθίσει να αγοράζουν τα πάντα online και με την άνεσή τους, εμείς εξακολουθούμε να είμαστε ένας σχετικά παραδοσιακός κλάδος. Εμείς δεν πουλάμε παπούτσια, και τα ασφαλιστικά προϊόντα είναι εκ φύσεως πιο πολύπλοκα από τα προϊόντα του λιανεμπορίου, αλλά πρέπει να υιοθετήσουμε τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες για να προσεγγίσουμε τους πελάτες μας.
Έχουμε ξεκινήσει τη διαδικασία της ενσωμάτωσης ψηφιακών μεθόδων στην αγορά ολοένα και περισσοτέρων συμβολαίων, και πρόκειται να αρχίσουμε να αξιοποιούμε τα πλεονεκτήματα της αγοράς μέσω κινητού τηλεφώνου, που είναι ιδιαίτερης σημασίας στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Πρέπει όμως να συνεχίσουμε στον δρόμο αυτό.

Τέλος, πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν τα προϊόντα μας ακριβά. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι η ασφάλιση καταστροφικών κινδύνων είναι ακριβή και γι’ αυτό, εν μέρει, φταίει το μήνυμα που στέλνουμε. Δεν επικοινωνούμε επαρκώς τη σχέση τιμής προς αξία: οι καταναλωτές δεν αντιλαμβάνονται την αξία, αντιλαμβάνονται μόνο την τιμή και συνεπώς θεωρούν πάντα ότι το προϊόν είναι ακριβό. Και πάλι, αυτό αφορά στα εμπόδια που ανέφερα παραπάνω –αν οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν επαρκώς τον κίνδυνο που διατρέχουν ή δεν εμπιστεύονται τον ασφαλιστικό κλάδο, δεν πρόκειται να δουν την αξία των προϊόντων μας. Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Καλιφόρνια κινδυνεύουν από πλειάδα κινδύνων φυσικών καταστροφών, περιλαμβανομένου του σεισμού, η διείσδυση της κάλυψης σεισμού στους ιδιοκτήτες κατοικιών είναι μόλις 10,2 τοις εκατό, σύμφωνα με έκθεση του California Department of Insurance για το 2015.   

Ο ασφαλιστικός κλάδος θα πρέπει να μελετήσει το ενδεχόμενο επαναπροσδιορισμού των προσφερόμενων ασφαλιστικών προϊόντων, ώστε να εστιάζουν στην εμπειρία του πελάτη: δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να πουλάμε μόνο ό,τι θέλουμε να καλύψουμε με βάση την καλή ανταπόκριση στα μοντέλα, τη σωστή τιμολόγηση και την ιστορικότητα. Αντ’ αυτού, θα πρέπει να ξεκινήσουμε καλύπτοντας αυτό που θέλουν να προστατεύσουν οι ίδιοι οι καταναλωτές. Καθώς οι ολιστικές καλύψεις καθίστανται όλο και πιο κοινές, πρέπει να βελτιώσουμε την ικανότητά μας να κατανοούμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες των καταναλωτών και να αναπτύσσουμε καλύτερα μοντέλα με βάση αυτές, ώστε η τιμολόγηση του κινδύνου να είναι πιο ελκυστική.

Το υπάρχον κενό προστασίας είναι επικίνδυνο –πολλές χώρες κινδυνεύουν από μεγάλες φυσικές καταστροφές, τις οποίες δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά, ενώ η κλιματική αλλαγή επιτείνει την ήδη επικίνδυνη κατάσταση. Πώς μπορούμε, όμως, να αντιμετωπίσουμε αυτή τη βιώσιμη ανισορροπία και κατάσταση; Τα κράτη θα πρέπει να ασφαλίσουν σωστά τα περιουσιακά τους στοιχεία καθώς και τη βοήθεια για αντιμετώπιση καταστροφών με τρόπο ξεκάθαρο, ρεαλιστικό και ενδελεχή. Θα πρέπει, επίσης, να επιβάλουν ορθά και έξυπνα πρότυπα οικοδόμησης και χρήσεων γης και στη συνέχεια να μεταβιβάσουν τον υπολειπόμενο κίνδυνο μέσω ασφάλισης.

Ο ασφαλιστικός κλάδος, περιλαμβανομένων των αντασφαλιστών, έχει πολύ μεγάλο ρόλο να παίξει. Πρώτον, πρέπει να επιδείξουμε αξιοπιστία. Πρέπει να ξεφορτωθούμε αυτή την εικόνα, την οποία προωθούν ορισμένοι, ότι δεν εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας. Θα πρέπει να αναπτύξουμε λύσεις μεταβίβασης κινδύνου που έχουν ως αφετηρία τις ανάγκες των πελατών. Τα ασφαλιστήρια μας, λοιπόν, θα πρέπει να είναι σαφή και απλά διατυπωμένα. Ο κλάδος πρέπει να επικοινωνήσει με καλύτερο τρόπο την αξία των προϊόντων αυτών και να δείξει στον κόσμο ότι η ονομαστική τιμή της σύμβασης δεν είναι ολόκληρη η εικόνα.

Η δική μου εταιρεία, η Swiss Re, έχει όχι μόνο την οικονομική δύναμη, αλλά και τις απαραίτητες γνώσεις για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις αυτές. Έχουμε δεσμευτεί να κλείσουμε το κενό προστασίας από φυσικές καταστροφές και να συνεργαστούμε με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες για να αναπτύξουμε λύσεις που θα αντιμετωπίζουν την πλειάδα των φυσικών καταστροφών, περιλαμβανομένου του σεισμού, των αμμοθυελλών και των πλημμυρών. Με εμπειρία άνω των 30 ετών στην ανάπτυξη μοντέλων καταστροφικών κινδύνων, μπορούμε να μοιραστούμε τη γνώση μας και τα μαθήματα που έχουμε πάρει από άλλες αγορές και να τα προσαρμόσουμε στην κάθε τοπική πραγματικότητα.  Όμως, για να κλείσει το κενό προστασίας, θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι να συνεργαστούν.  
Αυτό δεν αποτελεί μόνο μια επιχειρηματική ευκαιρία για τον ασφαλιστικό κλάδο, αλλά και μία ευκαιρία για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας συνολικά έναντι μελλοντικών φυσικών καταστροφών. Ας φροντίσουμε να παίξουμε τον δικό μας ρόλο σε αυτή τη σημαντική προσπάθεια. 

{gallery}DIAFORA/seismoi-1/thessalonikiSeismos{/gallery} 
Φωτ. από τον μεγάλο σεισμό στη Θεσσαλονίκη το 1978

 

Διαβάστε επίσης: Υπάρχουν και “Προκαλούμενοι σεισμοί;”

Προηγούμενο άρθροΥπολογισμός Προτύπων Ασφαλιστικών Κεφαλαίων (ICS) από τις ασφαλιστικές εταιρείες
Επόμενο άρθροΘέλουν τον… λύκο να φυλάει τα πρόβατα!