Πώς το έτος γέννησης επηρεάζει τις επενδυτικές μας επιλογές

291

Έρευνες δείχνουν ότι η εποχή στην οποία μεγαλώσαμε θα επηρεάσει τις προτιμήσεις μας ως προς τις επενδυτικές μας επιλογές. Είναι γνωστό ότι οι επιλογές διαχείρισης των περιουσιακών μας στοιχείων εξαρτώνται από τις υποκείμενες αποδόσεις τους. Όταν η χρηματιστηριακή αγορά πέφτει, οι ιδιώτες επενδυτές τείνουν να πουλάνε. Όταν ανεβαίνει, αγοράζουν. Ωστόσο, αυτά είναι βραχυπρόθεσμα κυκλικά φαινόμενα. Πιο πρόσφατες έρευνες υποδηλώνουν ότι οι προσωπικές προτιμήσεις ως προς τους κινδύνους μπορεί να έχουν βαθύτερες ψυχολογικές ρίζες.

Εδώ και καιρό υπάρχει στο επενδυτικό κοινό η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι έχουν σχετικά σταθερές προτιμήσεις κινδύνου, ανεξάρτητα από τις οικονομικές εμπειρίες τους. Πρόκειται για μια ακόμη κλασική έννοια που σήμερα αμφισβητείται από τα συμπεριφορικά οικονομικά.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2009 με τίτλο «Depression Babies: Do Macroeconomic Experiences Affect Risk-Taking?» –Τα παιδιά της Κατάθλιψης: Επηρεάζουν οι Μακροοικονομικές Εμπειρίες την ανάληψη κινδύνων;– έκανε τη σύνδεση εκείνων που βίωσαν τη Μεγάλη Ύφεση με τις επενδυτικές τους συνήθειες. Οι συγγραφείς, ακαδημαϊκοί κ.κ. Ulrike Malmendier και Stefan Nagel, μελέτησαν τα χρηματοοικονομικά αρχεία Αμερικανών καταναλωτών της περιόδου 1964-2004 και διαπίστωσαν ότι ο αντίκτυπος των οικονομικών συνθηκών και η απόδοση των κατηγοριών επενδύσεων είναι ιδιαίτερα σαφείς για τους νέους. Μπορεί να επηρεάσουν την αντοχή τους στον κίνδυνο και τις επιλογές τους ως προς τα περιουσιακά στοιχεία τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

«Αν κοιτάξετε τα μακροπρόθεσμα ιστορικά αρχεία που χρονολογούνται εδώ και δεκαετίες, θα δείτε ένα  συστηματικό σχέδιο», δήλωσε ο κ. Stefan Nagel, καθηγητής Οικονομίας & Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Michigan. Και εξήγησε ότι, όταν τα χρηματιστήρια περάσουν από παρατεταμένες περιόδους κακής απόδοσης, οι νεότεροι άνθρωποι τείνουν να αποθαρρύνονται από το να επενδύουν σε μετοχές. Το αντίθετο συμβαίνει μετά από περιόδους καλών αποδόσεων στις αγορές.

Τα παιδιά της Ύφεσης απέφυγαν τις μετοχές
Είναι αποδεδειγμένο ότι οι επενδυτές των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1950, οι οποίοι έζησαν το χρηματιστηριακό κραχ του 1929 και τη Μεγάλη Ύφεση, απέρριψαν τις μετοχές υπέρ των ομολόγων.
Οι ΗΠΑ έζησαν μια περίοδο 20 ετών πτωτικής αγοράς, η οποία έληξε το 1950.

Μια πιο σύγχρονη εκδήλωση αυτής της συμπεριφοράς καταγράφεται στην Ιαπωνία. Το McKinsey Global Institute σημείωνε το 2011 ότι, μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών, τα ιαπωνικά νοικοκυριά ξεχώριζαν για την πολύ χαμηλή συμμετοχή τους στο χρηματιστήριο. Συγκεκριμένα, η συμπεριφορά τους άλλαξε μετά τη συντριβή του 1989-1990. Από τότε και μετά τα νοικοκυριά – κάτοχοι μετοχών έπεσαν κατακόρυφα από το 30% στο 10% και ποτέ δεν ξεπέρασαν το 18% –παρόλο που η περίοδος πτωτικής αγοράς στην Ιαπωνία διήρκησε μεν δύο δεκαετίες αλλά κατέγραψε και ενδιάμεσες περιόδους ανάκαμψης των τιμών.

Αντίθετα, περίπου το 42% των αμερικανικών νοικοκυριών είχε κάποια μη συνταξιοδοτικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία σε μετοχές. Σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, η Generation X (όσοι γεννήθηκαν στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980) είχε μια πολύ διαφορετική εμπειρία. Έρευνα της Bank of America Merrill Lynch αναφέρει ότι απόλαυσαν τη μεγαλύτερη από ποτέ χρονική περίοδο ανόδου της αγοράς. Κατά την περίοδο 1982-1999, το σύνολο των αποδόσεων στις ΗΠΑ ήταν 1.654%, σε σύγκριση με τις προηγούμενες μεγάλες περιόδους ανόδου για τις αγορές, οι οποίες επέστρεψαν στο 423% (1920-1928) και το 332% (1860-1872).

Ωστόσο, ερχόμενοι στο παρόν, η τελευταία γενιά επενδυτών είναι δύσπιστοι όσον αφορά τη «λατρεία των μετοχών». Αν μη τι άλλο, συμπεριφέρονται περισσότερο σαν επενδυτές πριν από τη συνταξιοδότηση, καθώς φαίνεται ότι ιεραρχούν την επιστροφή κεφαλαίου πάνω από την απόδοση κεφαλαίου.

Τον Απρίλιο του 2014, η Gallup διαπίστωσε ότι μόνο το 27% των νέων ηλικίας 18 έως 29 ετών φέρεται να κατέχουν μετοχές, λιγότεροι από το 33% τον Απρίλιο του 2008. Στο ηλικιακό group 30-49 ετών, το 67% κατείχαν μετοχές –μια ομάδα που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της Generation X και τους μεγαλύτερους από τους Millennials. Το ίδιο έτος, μια έρευνα από τη UBS ανακάλυψε ότι εύποροι Millennials –τα λεγόμενα μωρά της ύφεσης– έχουν το 52% του πλούτου τους σε μετρητά και το 28% σε μετοχές, σε σύγκριση με το 23% και 46% αντίστοιχα που ισχύει για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

«Είναι αυτό που ονομάζεται υπόθεση της συλλογικής μνήμης», δήλωσε ο κ. V. Ricciardi, καθηγητής οικονομικών στο Goucher College στη Βαλτιμόρη και συνεκδότης του βιβλίου «Investor Behavior: The Psychology of Financial Planning and Investing».

Ο καθηγητής εξήγησε ότι οι συναισθηματικές αντιδράσεις στις πρόσφατες οικονομικές κρίσεις έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη λήψη αποφάσεων από ό,τι τα μακροχρόνια ιστορικά δεδομένα για τις αποδόσεις των επενδύσεων ή η αντικειμενική πληροφόρηση. Ωστόσο, πριν υποστηρίξουμε με βεβαιότητα ότι η Generation Y θα καθρεπτίσει τη συμπεριφορά της γενιάς της Ύφεσης, πρέπει να έχουμε εκφράσει και κάποιες επιφυλάξεις.

millennials είναι ένα πρόσφατο παράδειγμα μιας νεότερης γενιάς που ζει ισχυρά οικονομικά σοκ, τα οποία την καθιστούν πιο προσεκτική ως προς τα επικίνδυνα περιουσιακά στοιχεία, αλλά η αντίδρασή τους δεν θα είναι τόσο ισχυρή όσο εκείνη των παιδιών της γενιάς της  Ύφεσης. Και πράγματι, οι μεγαλύτεροι παγκόσμιοι δείκτες μετοχών έδειξαν επιθετικό ξεπούλημα την περίοδο 2007 – 2009, όμως από τότε επανέκαμψαν, ενώ πολλοί ξεπέρασαν ακόμα και τις πολύ καλές επιδόσεις προηγούμενων ετών. Αντίθετα, οι Ιάπωνες επενδυτές και τα παιδιά της Ύφεσης έζησαν δύο δεκαετίες αγορών με πτωτικές τάσεις.

Οι κανονιστικές ρυθμίσεις επηρεάζουν τις τοποθετήσεις περιουσιακών στοιχείων
Υπάρχει, όμως, και ένας δομικός λόγος στον οποίο οφείλεται το ότι πολλοί από αυτούς που ανήκουν στη γενιά των millennials θα έχουν στην κατοχή τους μετοχές. Σύμφωνα με τον καθηγητή, σε πολλές χώρες υπάρχουν συνταξιοδοτικά προγράμματα αυτόματης εγγραφής, στα οποία κάθε μήνα αφαιρούνται χρήματα από τους μισθούς τα οποία επενδύονται σε αποταμιευτικά προϊόντα. Πολλά από αυτά τα προϊόντα περιλαμβάνουν και μετοχές.  

Υπάρχουν, όμως, και άλλες μορφές κανονιστικών ρυθμίσεων που επηρεάζουν τις αποφάσεις μας ως προς την τοποθέτηση περιουσιακών στοιχείων.

Ο κ. Thomas Richter, διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής ένωσης επενδυτικών ταμείων (BVI), σημείωσε σε συνέντευξή του στο ProjectM ότι, στις ΗΠΑ, οι μετοχές ευνοούνται χάρη στις φορολογικές ελαφρύνσεις που υπάρχουν. Αντίθετα, το γαλλικό κανονιστικό πλαίσιο έχει αποθαρρύνει τις επενδυτικές ροές προς αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς. Στη Γερμανία, οι διαφορετικοί κανόνες έχουν τροφοδοτήσει μια τεράστια αγορά κεφαλαιοποιητικών προϊόντων ασφάλισης ζωής.

Παρόλα αυτά, στις ΗΠΑ η κατοχή μετοχών από τα νοικοκυριά όλο και μειώνεται. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ο σχετικός δείκτης έπεσε από το 53,2% το 2007 στο 48,8% το 2013. Μια έρευνα της Bankrate βλέπει ότι το 2014 έφτασε στο 48%.

Ο κύριος λόγος που προβάλλεται για τη μη επένδυση ήταν η έλλειψη κεφαλαίων –ενδεχομένως αυτό αντανακλά τη στασιμότητα του μέσου εισοδήματος στις ΗΠΑ από το 1995. Ο δεύτερος πιο σημαντικός λόγος ήταν η έλλειψη επενδυτικών γνώσεων. Άλλοι πιθανοί λόγοι για τη μείωση της κατοχής μετοχών θα μπορούσαν να είναι ότι πολλοί επενδυτές “κάηκαν” κατά την περίοδο των sell-off του 2007-2008. Κάποιοι άλλοι συνταξιοδοτούνται και ίσως πουλάνε τις μετοχές τους για να επενδύσουν σε συνταξιοδοτικά προϊόντα.

Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα της έρευνας των Malmendier και Nagel είναι ότι οι Millennials μπορεί να προτιμήσουν τις επενδύσεις σε μετοχές, υπό την προϋ-πόθεση ότι αυτές θα εξακολουθήσουν να έχουν τις επιδόσεις που είχαν από τη δεκαετία του 1980.

Πηγή: Allianz PROJECT-M Magazine Edition 22

Άραγε θα μελετήσει ο ερευνητής και την επενδυτική συμπεριφορά αλλά και τις ριζωμένες πλέον πεποιθήσεις της γενιάς των Capital Controls στην Ελλάδα;

Προηγούμενο άρθροAMICE: η ισχυρή «φωνή» των συνεταιριστικών ασφαλιστικών
Επόμενο άρθροΣυστηματική αιμοδοσία από τον Σύλλογο Υπαλλήλων της Interamerican