Επαγγελματικός προσανατολισμός και οικονομική κρίση

1106
epaggelmatikos prosanatolismos

Ένας σημαντικότατος παράγων της κρίσης, στον οποίο δεν έχει αποδοθεί η πρέπουσα βαρύτητα και δημοσιότητα, είναι ο λανθασμένος επαγγελματικός προσανατολισμός των νέων Ελλήνων, κατά τα τελευταία 40 χρόνια, υποστηρίζει ο κ. Δημήτρης Καράμπελας, Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ, στο άρθρο που ακολουθεί.

 

Τα τελευταία οκτώ περίπου χρόνια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, πολλοί μελετητές και ειδικοί έχουν προσπαθήσει να εντοπίσουν τα κύρια αίτια αυτού του μακροχρόνιου και δυσεξήγητου φαινομένου που ταλαιπωρεί τη χώρα μας, ενώ όλες οι λοιπές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αντιμετώπισαν παρόμοια κρίση, αντεπεξήλθαν σύντομα και επανήλθαν στην ομαλότητα.
Οι στρεβλώσεις της Ελληνικής Οικονομίας είναι πολλές και παλαιές και κάθε μία έχει συμβάλει σε κάποιο βαθμό στο πρόβλημα. Πιστεύω, όμως, ότι υπάρχει ένας σημαντικότατος παράγων της κρίσης, στον οποίο δεν έχει αποδοθεί η πρέπουσα βαρύτητα και δημοσιότητα, και αυτός είναι ο λανθασμένος επαγγελματικός προσανατολισμός των νέων Ελλήνων, κατά τα τελευταία 40 χρόνια.

 

Η Ελλάδα, μετά τις περιπέτειες του παγκοσμίου πολέμου και του εμφυλίου, μπήκε από το 1950 σε μια σταθερά αναπτυξιακή πορεία που κράτησε περίπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας 1970, ενώ τα θετικά της αποτελέσματα άρχισαν να γίνονται εμφανή στο βιοτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της αναπτυξιακής διαδρομής, η κατανομή των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των εργαζομένων υπήρξε αρκετά ορθολογική και οι ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας καλύπτονταν από το εγχώριο εργατικό δυναμικό.

Με τη βελτίωση του οικονομικού του επιπέδου, ο μέσος Έλληνας θέλησε να προσφέρει στα παιδιά του την ευκαιρία να γίνουν καλύτερα από τον ίδιο και ο μόνος τρόπος για την επίτευξη αυτού του στόχου έκρινε ότι ήταν οι ανώτατες πανεπιστημιακές σπουδές και ιδίως ορισμένων κατευθύνσεων, όπως μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι, οικονομολόγοι, κ.λπ.

Την ίδια εποχή της δεκαετίας 1970, με τον αναπόφευκτο λαϊκισμό που επικράτησε με την πτώση της χούντας, ιδρύθηκαν πρόχειρα πολλά καινούρια πανεπιστήμια και προστέθηκαν νέες σχολές στα υπάρχοντα, με παράλληλη μεγάλη αύξηση του αριθμού των εισακτέων.

Χαρακτηριστικά αναφέρω το παράδειγμα της δικής μου ειδικότητας, του χημικού μηχανικού, όπου μέχρι το 1975 υπήρχε μόνο μία ανωτάτη σχολή στο ΕΜΠ με 40 εισακτέους, ενώ αμέσως μετά προστέθηκαν δύο νέες σχολές στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Πατρών, με σημαντική αύξηση των εισακτέων, που εφεξής υπερέβαιναν συνολικά τους 300 και με την προσθήκη μετεγγραφών ομογενών, στρατιωτικών και αποφοίτων πανεπιστημίων εξωτερικού, ο συνολικός αριθμός διπλωματούχων χημικών μηχανικών που εισέρχονταν κατ’ έτος στην αγορά εργασίας μετά το 1980 ξεπερνούσε τους 500.

Και αυτά σε μια αποβιομηχανοποιημένη Ελλάδα, η οποία μόλις και απορροφούσε παλαιότερα, σε περιόδους ακμής της βιομηχανίας της, τους 50 περίπου κατ’ έτος αποφοίτους των προηγούμενων εποχών.

Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι σήμερα οι περισσότεροι χημικοί μηχανικοί να είναι άνεργοι ή να κάνουν άλλο επάγγελμα και το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις λοιπές επιστημονικές ειδικότητες.

Οι παρενέργειες

Η άκριτη συσσώρευση εκατοντάδων χιλιάδων μηχανικών, γιατρών, δικηγόρων, οικονομολόγων και λοιπών επιστημόνων σε μια χώρα που χρειάζεται το πολύ το 25%-30% αυτών δημιούργησε τις ακόλουθες παρενέργειες:

Αδυνατώντας όλοι αυτοί να επιβιώσουν επαγγελματικά, οδηγούνται στην παραοικονομία, μη εκδίδοντας τιμολόγια και υποβαθμίζοντας την ποιότητα των υπηρεσιών τους.

Μεταναστεύουν σε άλλες χώρες και χάνεται οριστικά όλο το κεφάλαιο των γονέων τους αλλά και της Ελλάδας, που δαπανήθηκε για την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Όσοι παραμένουν άνεργοι αρνούνται να εργασθούν σε “υποδεέστερα” κατ’ αυτούς, αλλά απολύτως απαραίτητα για την κοινωνία και οικονομία επαγγέλματα, επικαλούμενοι τη μόρφωσή τους, με αποτέλεσμα να έχουμε στην Ελλάδα το παράλογο φαινόμενο των 1,5 εκατομμυρίου ανέργων και παράλληλα των 1,5 εκατομμυρίου αλλοδαπών, που φυσικά δεν επιδοτούνται από τους γονείς τους, αλλά κάνουν τις εργασίες που απαξιούν να κάνουν οι Έλληνες.

Πιέζουν συνεχώς τους πολιτικούς για διορισμούς και δημιουργία άχρηστων οργανισμών, που μόνο σκοπό έχουν την τακτοποίηση όλων αυτών των εν δυνάμει ψηφοφόρων.

Είναι προφανές ότι όλες οι ανωτέρω στρεβλώσεις προκαλούν ζημιές πολλών δισ. ευρώ ετησίως στην ήδη βεβαρυμμένη και από πολλές άλλες αιτίες πολύπαθη Ελληνική Οικονομία.

Το πρόβλημα αυτό είναι δυσχερές και πολύπλοκο και δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις.

Μοναδικά ελληνικά φαινόμενα

Η επί σειρά ετών κατεστημένη νοοτροπία περί δεύτερης κατηγορίας επαγγελμάτων, η ματαιοδοξία κάποιων γονέων που επιβάλλουν απαιτητικές και πολύχρονες σπουδές σε χαμηλού επιπέδου μαθητές, αλλά και η ανοχή ορισμένων γονέων στη συντήρηση τριαντάρηδων και τριανταπεντάρηδων τέκνων, μέχρι να βρουν την ιδεατή απασχόληση που δεν έρχεται ποτέ, αποτελούν μοναδικά ελληνικά φαινόμενα, που δεν απαντούν πουθενά αλλού στην υφήλιο.

Μέτρα για το μετριασμό του φαινομένου

Τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σήμερα προς μετριασμό του θλιβερού αυτού φαινομένου είναι τα εξής:

Μείωση του τεράστιου αριθμού των εισακτέων και κλείσιμο όσων ανωτάτων ιδρυμάτων υπολειτουργούν και διατηρούνται μόνο για την τόνωση των τοπικών οικονομιών.

Απαγόρευση εισαγωγής στα πανεπιστήμια με βαθμό κάτω από τη βάση.

Δημοσιοποίηση του προβλήματος και ενημέρωση των Ελλήνων πολιτών για τη σπουδαιότητά του, καθώς και για τις προτεινόμενες από την Πολιτεία λύσεις.

Παροχή κινήτρων για απασχόληση των ανέργων σε όλα τα επαγγέλματα όπου σήμερα απασχολούνται αλλοδαποί.

Ελπίζω ότι η συνειδητοποίηση της βαρύτητας αυτού του θέματος θα συντελέσει στην υιοθέτηση των απαραίτητων μέτρων και ενεργειών προς τον περιορισμό των σοβαρών επιπτώσεών του στην οικονομία της χώρας μας.

Προηγούμενο άρθροΠρομήθειες στον Ασφαλιστικό Πράκτορα μετά τη λύση της Σύμβασης (απόφαση Αρείου Πάγου)
Επόμενο άρθροΤο πόθεν έσχες της Ευρωπαϊκής Πίστης