MetLife KΕΦΑΛΑΙΑ KΑΛΥΨHΣ -Μέρος Α’

244

Αξιόπιστες απαντήσεις και πολυεπίπεδες λύσεις για βασικές ανάγκες ασφάλισης

Στο τεύχος Μαρτίου –κατά ευτυχή συγκυρία συμπίπτει με την επέτειο των 40 χρόνων κυκλοφορίας της «Α.Α.»– ξεκινήσαμε ένα αφιέρωμα στα Κεφάλαια Κάλυψης Ζωής (απλή και ισόβια ασφάλιση Ζωής), τα οποία από πολλούς θεωρούνται η πεμπτουσία της Ασφάλισης.

Βασικός και κύριος αρωγός της προσπάθειάς μας η MetLife, η ασφαλιστική εταιρεία που, δραστηριοποιούμενη στη χώρα μας από το 1964, έχει συμβάλει καθοριστικά στην καθιέρωση του θεσμού της Ασφάλισης Ζωής.

Η MetLife εστιάζει, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, στη συγκεκριμένη κατηγορία ασφάλισης και καταδεικνύει τη σπουδαιότητά της με τη γενικότερη φιλοσοφία που τη διέπει ως ασφαλιστικό οργανισμό. Η MetLife ήταν και συνεχίζει να είναι, με αμείωτο το ενδιαφέρον, φανατικός υποστηρικτής της ασφαλιστικής ιδέας. Της οικονομικής εξασφάλισης δηλαδή του κάθε νοικοκυριού σε περίπτωση απώλειας ζωής του προσώπου που έχει την ευθύνη να το υποστηρίζει οικονομικά, μέσω της άμεσης δημιουργίας ενός κεφαλαίου, μιας περιουσίας. Αυτό γίνεται με τον μοναδικό τρόπο της σύναψης, σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες, ενός Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Ζωής.

Επιλέξαμε ως βασικό μήνυμα του αφιερώματος τη φράση «όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια ανάγκη που πρέπει να την καλύψει, τότε είναι σε θέση να “σηκώσει γη και ουρανό” για να εξασφαλίσει τη λύση». Κι αυτός ακριβώς είναι ο στόχος μας: η συνειδητοποίηση της ανάγκης.
Βήμα βήμα ή, αλλιώς, από τεύχος σε τεύχος, θα αναδείξουμε την έννοια της ανάγκης, θα την εξειδικεύσουμε και θα επισημάνουμε τον ουσιαστικό και σπουδαίο ρόλο του ασφαλιστικού συμβούλου πάνω στον προβληματισμό και στην ανάλυση των αναγκών του πελάτη αλλά και στη σωστή κάλυψη αυτών. Θα παραθέσουμε συγκεκριμένες επιλεγμένες περιπτώσεις που η δημιουργία κεφαλαίων κάλυψης είναι η μοναδική λύση, προκειμένου ένας άνθρωπος, μια οικογένεια να μπορέσουν να διατηρήσουν στο ακέραιο και με αξιοπρέπεια το βιοτικό τους επίπεδο, όταν εξαιτίας μιας ασθένειας ή ενός ατυχήματος  επέλθει ένας απευκταίος, αλλά πολύ πιθανός κίνδυνος, όπως είναι η απώλεια ζωής ή η μόνιμη ολική ανικανότητα προς εργασία.

Ας ξεκινήσουμε με την έννοια του βιοτικού επιπέδου. Ο όρος «βιοτικό επίπεδο» συνήθως αναφέρεται στην ποιότητα και την ποσότητα των αγαθών και υπηρεσιών που είναι διαθέσιμα στα μέλη μιας κοινωνίας, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες διανέμονται στον πληθυσμό. Μετριέται γενικά με δείκτες που μετρούν την πρόσβαση σε αγαθά, οικονομικούς δείκτες, όπως το πραγματικό εισόδημα ανά άτομο, εισοδηματικής ανισότητας και ποσοστού ένδειας, καθώς και δείκτες όπως η ποιότητα των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στην ουσία, αποτελεί ένα μέτρο του βαθμού ευκολίας με την οποία τα μέλη μιας κοινωνίας μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους.  

Βασική επιδίωξη του κάθε ανθρώπου, κύριο μέλημά του, είναι να είναι σε θέση κάθε φορά να κάνει ό,τι χρειάζεται, έτσι ώστε καταρχάς να διατηρεί σταθερό το εκάστοτε βιοτικό του επίπεδο αλλά και συγχρόνως να επιδιώκει με κάθε τρόπο να επιτυγχάνει μια συνεχόμενη, κατά το μέτρο του δυνατού και των δυνατοτήτων του, ανάπτυξη αυτού. Να είναι σε θέση δηλαδή κάθε φορά, στο μέτρου του λογικού και δυνατού, να ικανοποιεί τις περισσότερες από τις ανάγκες και τις επιθυμίες του.  
Εκ των πραγμάτων στο σημείο αυτό οδηγούμαστε στο να δώσουμε τον ορισμό τόσο στην έννοια της ανάγκης όσο και της επιθυμίας.

«Ανάγκες»: φυσικές και οικονομικές

Ο όρος «ανάγκη», κατ’ έννοια, είναι για τον άνθρωπο το δυσάρεστο συναίσθημα της έλλειψης, το οποίο και συνοδεύεται από την επιθυμία της εξάλειψής του, που ικανοποιείται (επιτυγχάνεται αυτό) με την παραγωγή υλικών αντικειμένων και υπηρεσιών που ονομάζονται αγαθά. Ωστόσο, υπάρχουν ανθρώπινες ανάγκες που η ικανοποίησή τους δεν απαιτεί τη χρησιμοποίηση αγαθών, όπως οι συναισθηματικές ανάγκες, οι ανάγκες για κοινωνική αποδοχή, καταξίωση, κ.τ.λ.
Αξίζει στο σημείο αυτό, πέραν του ορισμού, να δώσουμε μερικές επιπλέον πληροφορίες για την έννοια της ανάγκης.

Γενικά, οι ανάγκες των ανθρώπων διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τις φυσικές ή ουσιώδεις ανάγκες και τις οικονομικές ανάγκες.

Ο ανθρώπινος οργανισμός, όπως και κάθε άλλος έμβιος, για να λειτουργήσει πρέπει να τροφοδοτείται με τα απαραίτητα και απόλυτα αναγκαία στοιχεία, όπως π.χ. το οξυγόνο, το νερό, το αλάτι, κ.ά. Την τυχόν έλλειψη αυτών ο ανθρώπινος οργανισμός την αισθάνεται σχεδόν αμέσως και ενστικτωδώς (από πνιγμό, πείνα, δίψα, κ.λπ.), την οποία και προσπαθεί να απαλείψει.

Το αίσθημα αυτό της έλλειψης των φυσικών στοιχείων χαρακτηρίζεται φυσική ή ουσιώδης ανάγκη.
Οικονομικές ανάγκες είναι εκείνες που για την ικανοποίησή τους χρησιμοποιούνται οικονομικά αγαθά, δηλαδή τα αγαθά που είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας.

Οι οικονομικές ανάγκες έχουν τις παρακάτω ιδιότητες:
Εξέλιξη: Αφορά τη διαφοροποίηση των προϊόντων που καλύπτουν την ίδια ανάγκη (π.χ η ένδυση, η μετακίνηση).
Πολλαπλασιασμός: Η δημιουργία νέων αναγκών (π.χ. η ανάγκη για αγορά τηλεόρασης δεν υπήρχε πριν την ανακάλυψή της). Η τεχνολογική πρόοδος, η μίμηση, η συνήθεια και η διαφήμιση είναι λόγοι που συμβάλλουν στον πολλαπλασιασμό των αναγκών.
Κορεσμός: Είναι η ικανοποίηση μιας ανάγκης με τη χρήση συγκεκριμένης ποσότητας αγαθού.

Πότε οι «επιθυμίες» αναγνωρίζονται ως οικονομικές ανάγκες

Η  «επιθυμία», από την άλλη, ορίζεται ως η εσωτερική τάση του ανθρώπου που τον ωθεί στην απόκτηση ή την απόλαυση συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας, εμπειρίας, κ.λπ. Οτιδήποτε θέλει κανείς να αποκτήσει ή να απολαύσει. Σύμφωνα με την άποψη ορισμένων ψυχολόγων, ο άνθρωπος είναι μια μηχανή που παράγει επιθυμίες. Αν προσπαθήσουμε να καταγράψουμε τις επιθυμίες μας, κινδυνεύουμε να αφιερώσουμε την υπόλοιπη ζωή μας απλώς στην απαρίθμηση αυτή.

Οι επιθυμίες αναγνωρίζονται ως οικονομικές ανάγκες μόνον όταν εκφράζονται ως ζήτηση για συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες, δηλαδή ως απόφαση να διαθέσουμε χρήματα για να αποκτήσουμε κάποια ποσότητα των αγαθών αυτών ή υπηρεσιών.

Η δυνατότητα που έχουμε να αποκτήσουμε συγκεκριμένες ποσότητες από ένα αγαθό ή μία υπηρεσία ή από μια ομάδα αυτών είναι η αγοραστική μας δύναμη.

Έχουμε ανάγκη να φάμε. Το αίσθημα της πείνας μάς τονίζει την ανάγκη του φαγητού. Μπορεί να επιθυμούμε το πιο υπέροχο γεύμα, όμως ικανοποιούμε την ανάγκη μας με αυτό το φαγητό που είναι διαθέσιμο, αυτό που η αγοραστική μας δύναμη μας επιτρέπει να αποκτήσουμε.

Το ίδιο ισχύει και για εκείνες τις επιθυμίες που είναι πολύ περισσότερο βασικές. Οι άστεγοι των σύγχρονων μεγαλουπόλεων αδυνατούν να μετατρέπουν τις βασικές τους επιθυμίες και ανάγκες (όπως τις ανάγκες για στέγη, θέρμανση, τροφή, ρούχα, καθαριότητα) σε οικονομικές ανάγκες, καθώς δε διαθέτουν την απαιτούμενη αγοραστική δύναμη.

Η ικανοποίηση των οικονομικών αναγκών προϋποθέτει, εκτός από την επιθυμία μας, και τη δυνατότητα να αποκτήσουμε τα αντίστοιχα αγαθά. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει τη δυνατότητά μας να προσφέρουμε σε αντιστάθμισμα άλλα αγαθά ή χρήματα ή την ίδια την εργασία μας.
Έτσι λέμε ότι η ευημερία ενός ατόμου είναι αποτέλεσμα αρμονικής ικανοποίησης πολλών του αναγκών και επιθυμιών.

Το εισόδημα ως μηχανισμός  ικανοποίησης αναγκών και επιθυμιών

Όπως έχουμε δει, οι σημερινές κοινωνίες παράγουν αγαθά και υπηρεσίες. Η επιβίωση των ανθρώπων και η ευημερία τους εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις ανταλλαγές αυτών των αγαθών και υπηρεσιών. Εδώ και πολλά χρόνια οι ανταλλαγές δε γίνονται διά του αντιπραγματισμού ούτε ως αμοιβαία αναγνώριση της προσωπικής αξίας των συναλλασσομένων. Στο γενικευμένο σύστημα ανταλλαγών, οι ανταλλαγές γίνονται με τη μεσολάβηση του χρήματος και η αξία κάθε αγαθού ή  υπηρεσίας εκφράζεται σε μονάδες χρήματος. Η αξία μιας μονάδας ενός συγκεκριμένου αγαθού ή μιας υπηρεσίας, εκφρασμένη σε χρήμα, αποτελεί την τιμή του αγαθού ή της υπηρεσίας ή, με άλλα λόγια, η τιμή του αγαθού ή της υπηρεσίας είναι ο αριθμός των χρηματικών μονάδων που πρέπει να δώσουμε για να αποκτήσουμε μια μονάδα αγαθού ή υπηρεσίας.

Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται περίτρανα η σπουδαιότητα ύπαρξης εισοδήματος. Το εισόδημα δίνει  στον  κάτοχό του την απαιτούμενη αγοραστική δύναμη, για να είναι σε θέση να αποκτά αγαθά και υπηρεσίες, ικανοποιώντας έτσι τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, και υποστηρίζοντας με αξιοπρέπεια το εκάστοτε βιοτικό του επίπεδο. Επιβεβλημένη ανάγκη.

Σαν λογικό επακόλουθο όλων των προηγουμένων βγαίνει στην επιφάνεια η ανάγκη απόκτησης εισοδήματος, έτσι ώστε να μπορεί να κινηθεί όλος αυτός ο μηχανισμός ικανοποίησης των αναγκών και επιθυμιών του κάθε ανθρώπου που ζει και πορεύεται μέσα στη σύγχρονη κοινωνία.

  • Πώς μπορεί κάποιος να γίνει κάτοχος εισοδήματος;
  • Ποιες είναι οι πηγές που μπορεί να αξιοποιήσει και για ποιο χρονικό διάστημα;

Όλα τα προηγούμενα, πάνω στα οποία έγινε μια απλή αναφορά, χωρίς αμφιβολία είναι αξιώματα και σαν αξιώματα δεν χρειάζονται αποδείξεις. Το μόνο που θεωρείται αναγκαίο είναι να περάσουν στον καθένα από τη σφαίρα της αντίληψης και της κατανόησης στη σφαίρα της συνειδητοποίησης. Σημαντικό να γίνει αυτό το πέρασμα, γιατί μόνο όταν συνειδητοποιεί κάποιος κάτι προβαίνει σε οποιαδήποτε απαραίτητη ενέργεια επιβάλλεται να γίνει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ “Α.Α.”…

Προηγούμενο άρθροΝα μειώσουμε όλα τα κανάλια!
Επόμενο άρθροΔιαμεσολαβητής Ασφαλίσεων: Θα υπάρχει ή δεν θα υπάρχει;