Solvency II: Ενθαρρυντικά τα μηνύματα της 4ης Ποσοτικής Μελέτης Αντικτύπου (QIS 4)

288

των Δέσποινας Ξενάκη, Λάμπρου Γκόγκου και Θανάση Πιέρρου*

Ένα ακόμα βήμα πιο κοντά στην οριστική διαμόρφωση του περιεχομένου του βρίσκεται το ρυθμιστικό πλαίσιο Solvency II μετά και την ολοκλήρωση της 4ης Ποσοτικής Μελέτης Αντικτύπου (QIS 4 – Quantitative Impact Study), η οποία διεξήχθη σε ευρωπαϊκό επίπεδο το διάστημα Απριλίου-Ιουλίου 2008. Η Επιτροπή των Ευρωπαίων Ασφαλιστών και Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Εποπτών (Committee of European Insurers and Occupational Pensions Supervisors – CEIOPS), αρμόδιος φορέας διεξαγωγής των μελετών αυτών, έδωσε στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα της 4ης κατά σειράς μελέτης, τα οποία θα αποτελέσουν παράλληλα τη βάση για περαιτέρω διαπραγματεύσεις στο σχεδιασμό της τελικής οδηγίας.

Οι συμμετοχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξεπέρασαν κάθε προσδοκία, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες που έλαβαν μέρος ανήλθαν στις 1.412, έναντι 1.027 στην προηγούμενη (QIS 3), σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 37%. Το γεγονός αυτό αφενός υπογραμμίζει το έντονο ενδιαφέρον που επιδεικνύουν οι εταιρείες για τις επιπτώσεις της νέας οδηγίας, αφετέρου προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στα ευρήματα της μελέτης, καθώς το δείγμα κρίνεται πιο επαρκές για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τις προγενέστερες μελέτες. Αναφορικά με τις ελληνικές συμμετοχές, 7 εταιρείες (3 Ζωής, 3 Ζημιών και 1 Μεικτή) πήραν μέρος στην QIS 4 (μόλις 1 είχε συμμετάσχει στην QIS 3), αντιπροσωπεύοντας μερίδιο 39,7% της αγοράς Ζωής και 11,8% της αγοράς Ζημιών.
Αξιολογώντας τους πόρους που δεσμεύθηκαν για τη διεξαγωγή της άσκησης, κατά μέσο όρο απαιτήθηκαν από 2,5 έως 4,5 ανθρωπο-μήνες για την ολοκλήρωσή της, ενώ η ποιότητα των δεδομένων που προέρχονταν από μεγάλες εταιρείες και εταιρείες που είχαν συμμετάσχει και σε προγενέστερες QIS ήταν σαφώς καλύτερη. Η ακρίβεια, επάρκεια και πληρότητα των δεδομένων σχετίζεται επίσης με τα λογιστικά πρότυπα που εφαρμόζει κάθε εταιρεία. Οι εταιρείες που ακολουθούν τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΠ) δείχνουν μεγαλύτερη ετοιμότητα, έχοντας ήδη δημιουργήσει τις υποδομές συγκέντρωσης, ταξινόμησης και παρουσίασης των απαιτούμενων στοιχείων. Επιπρόσθετο πλεονέκτημα των ΔΠΧΠ εταιρειών αποτελεί το ότι τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται σε τιμές αγοράς (market value), προϋπόθεση απαραίτητη για τη μελέτη.

Κεφαλαιακή επάρκεια – Ανακατανομή Ιδίων Κεφαλαίων
Εκτιμώντας τα αποτελέσματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα, σε πρώτη ανάγνωση κρίνονται ενθαρρυντικά αναφορικά με την ετοιμότητα των εταιρειών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν φαίνεται να υπάρχει ανάγκη εξεύρεσης επιπλέον κεφαλαίων, η εισαγωγή ωστόσο του συστήματος φερεγγυότητας, προσανατολισμένου στους αναληφθέντες κινδύνους, είναι βέβαιο πως θα υποχρεώσει τις εταιρείες σε ανακατανομή των Ιδίων Κεφαλαίων τους. Σε επίπεδο ισολογισμού, δεν διαφαίνεται σημαντική επίδραση στη σύνθεση ή στο μέγεθός του, τα τεχνικά αποθέματα, ωστόσο, φανερώνουν τάση μείωσης, λόγω της απελευθέρωσης του περιθωρίου σύνεσης (risk prudence) που ενυπάρχει στο Solvency I, με την τάση αυτή να είναι πιο έντονη στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο Ζωής. 
Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις αυξάνονται σε γενικές γραμμές, αλλά παράλληλα υπάρχουν περιπτώσεις που αυξάνεται και ο δείκτης φερεγγυότητας (διαθέσιμα κεφάλαια προς εποπτικά κεφάλαια SCR) σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο. 
Όσον αφορά στη σύνθεση των κεφαλαιακών απαιτήσεων SCR (Solvency Capital Requirement – Αναγκαία Κεφάλαια Φερεγγυότητας), στις εταιρείες Ζωής και στις Μικτές υπερέχει συντριπτικά ο κίνδυνος αγοράς (market risk), ενώ στις εταιρείες Ζημιών, το μεγαλύτερο ποσοστό του SCR προέρχεται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο ζημιών (non-life underwriting risk). 
Ειδική αναφορά γίνεται στο λειτουργικό κίνδυνο (operational risk) ως ένας κίνδυνος που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μεταχείρισης. Σύμφωνα με τα αρχικά αποτελέσματα της QIS 4 ο λειτουργικός κίνδυνος αντιπροσωπεύει το 5%-10% του συνολικού SCR, η φόρμουλα υπολογισμού του, ωστόσο, κρίθηκε από τους περισσότερους συμμετέχοντες ως ιδιαίτερα απλοϊκή και χωρίς ευαισθησία στον κίνδυνο,ενώ παράλληλα επισημανθηκε η ανάγκη βελτίωσης της προσέγγισης, ώστε να λαμβάνει υπόψη την ποιότητα της διαχείρισης κινδύνων. 
Σε σχέση, τέλος, με τα ίδια κεφάλαια, αξίζει να αναφερθεί η δυνατότητα μεταφοράς σε αυτά του αποθέματος εξισορρόπησης, ενώ επιτρέπεται επίσης να συμπεριληφθούν τα μελλοντικά περιθώρια κέρδους των εν ισχύ συμβολαίων, στοιχεία που συμβάλλουν στην αύξηση των ιδίων κεφαλαίων.

Εσωτερικά μοντέλα και Ασφαλιστικοί  Όμιλοι
Στη μελέτη QIS 4 εξετάστηκαν δύο ακόμα σημαντικά θέματα: τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τα εσωτερικά μοντέλα, αλλά και η εναρμόνιση διεθνών ασφαλιστικών ομίλων με το Solvency II. 160 εταιρείες από 16 χώρες παρείχαν στον CEIOPS στοιχεία που προέκυψαν από εσωτερικά μοντέλα (μερικής ή ολικής εφαρμογής) και τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα θετικά, καθώς στο 72% των περιπτώσεων οι κεφαλαιακές απαιτήσεις SCR ήταν χαμηλότερες σε σχέση με την προκαθορισμένη φόρμουλα. Σε ποιοτική ερώτηση, μάλιστα, που τέθηκε στο σύνολο των συμμετεχόντων για το αν προτίθενται να αναπτύξουν εσωτερικό μοντέλο, το 63% απάντησε θετικά, το 13% αρνητικά και το 24% των εταιρειών δεν έχει αποφασίσει ακόμα για το ποιον δρόμο θα ακολουθήσει. Το πιθανότερο, όμως, είναι η πλειονότητα των εταιρειών να επιλέξει την “οδό” του εσωτερικού μοντέλου, αποκομίζοντας το αντίστοιχο όφελος σε κεφαλαιακές ανάγκες, παρά τις υψηλές απαιτήσεις (σε όρους κόστους και ανθρωπίνων πόρων) για την ανάπτυξη ενός τέτοιου μοντέλου.
Σε επίπεδο ασφαλιστικών ομίλων τα αποτελέσματα της QIS 4 δεν διαφέρουν δομικά σε σχέση με τις μεμονωμένες εταιρείες, οι σύνθετοι, ωστόσο, υπολογισμοί που απαιτούνται οξύνουν το πρόβλημα αξιοπιστίας των πρωτογενών δεδομένων. 111 ασφαλιστικοί όμιλοι συμμετείχαν στη μελέτη και η πλειονότητά τους παρουσίασε αύξηση των ιδίων κεφαλαίων, μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων μέσω εσωτερικών μοντέλων και οφέλη διασποράς κινδύνων σε επίπεδο ομίλου από 7% έως 27% του SCR.

Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, η 4η μελέτη QIS κρίνεται απολύτως επιτυχημένη, συνιστώντας ένα χρησιμότατο εργαλείο σκιαγράφησης της ετοιμότητας των ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά και “ζύμωσης” ενόψει της εκπόνησης του τελικού σχεδίου Solvency II. Σημαντικό είναι επίσης πως ολοένα και περισσότερες χώρες δείχνουν ενδιαφέρον και έρχονται σε επαφή με το επερχόμενο ρυθμιστικό πλαίσιο μέσω των μελετών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ρουμανία, η οποία αν και συμμετείχε για πρώτη φορά σε QIS, το ποσοστό των εταιρειών που έλαβαν μέρος αντιστοιχούσε στο 17% του συνόλου της αγοράς.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί πως η QIS 4 διεξήχθη με οικονομικά στοιχεία χρήσης 2007, κάτι που σημαίνει πως δεν αποτυπώνονται οι συνέπειες της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία πλήττει και τις ασφαλιστικές εταιρείες τους τελευταίους μήνες. Κρίνεται αναγκαία, λοιπόν, η διεξαγωγή μιας νέας QIS, ώστε να ποσοτικοποιηθεί ο αντίκτυπος της κρίσης και να διερευνηθεί εκ νέου η φερεγγυότητα των εταιρειών στο νέο και δυσμενέστερο οικονομικό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί. 

*Η Δέσποινα Ξενάκη είναι Partner της Ernst & Young.
Ο Λάμπρος Γκόγκος είναι Senior Manager, υπεύθυνος Αναλογιστικών υπηρεσιών της Ernst & Young Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ο Θανάσης Πιέρρος είναι μέλος της Αναλογιστικής ομάδας της Ernst & Young.

 

 

Προηγούμενο άρθροΔυσοίωνα Οικονομικά Αποτελέσματα για τις Ασφαλιστικές Εταιρείες
Επόμενο άρθροΓιώργος Καραβίας, Πρόεδρος ΣΕΜΑ: «Να τονωθεί η ζήτηση και να κρατηθεί η αγορά σε υψηλά επίπεδα»