Θα αποζημιωθείτε αν η άδεια οδήγησης δεν είναι σε ισχύ;

2168
driving

H σε ισχύ άδεια ικανότητας οδηγού Ι.Χ. οχήματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης του ασφαλιστή για τη ζημία που προκλήθηκε από το ασφαλισμένο όχημα.

Του Θεόδωρου Κουτσούμπα, Δικηγόρου – Διδάκτορος Νομικής – M.T.E.Y.
(e-mail: [email protected])

Σε συνεργασία με το περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ

Η παράλειψη της ανανέωσης της άδειας ικανότητας οδηγού κατά τον επίμαχο χρόνο γεννά ζητήματα ερμηνείας σε σχέση με τη γενική διατύπωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης που αποβλέπει στην απαλλαγή του ασφαλιστή.

Σχετικώς, ο Άρειος Πάγος, σε υπόθεση στην οποία η άδεια ικανότητας του οδηγού του οχήματος ανανεώθηκε σε χρόνο μετά το ζημιογόνο ατύχημα, μεταξύ άλλων, έκρινε [AΠ 958/2015, απόσπασμα από Επι.Δικ.Ι.Α. τεύχος 1/2017 σελ. 63 επ., δημοσίευση και σε ΝΟΜΟΣ (προϊσχύσαν δίκαιο)]:

(…) Με την παρ. 6 του άρθρου 25 της ΚΑ/585/1978 απόφασης Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης» ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίας προξενούμενου υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου διά την κατηγορίαν του οχήματος το οποίον οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 173 του Α.Κ. κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της βουλήσεως, αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά το άρθρο 200 Α.Κ. οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο συμβατικός όρος μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή περί αποκλειστικής ευθύνης του τελευταίου σε περίπτωση οδηγήσεως αυτοκινήτου χωρίς την προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (ΑΠ 584/2014, ΑΠ 536/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, έγινε δεκτή παρεμπίπτουσα αγωγή του ανερεσίβλητου – εναγόμενου της κύριας αγωγής κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία αυτός ήταν ασφαλισμένος και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα ό,τι ήθελε υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) στον διά της κυρίας αγωγής ενάγοντα – παθόντα μετά των νομίμων τόκων από της επιδόσεως της κύριας αγωγής.

Αναφορικά με την από 27-9-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέγκλητη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα:

«Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών δυνάμει του υπ’ αριθμ. …. 2006 ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε ασφαλίσει το όχημά του ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εκ των εφεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία “…………” και ότι κατείχε την υπ’ αριθμ. …. 1-12-1973 άδεια ικανότητος οδηγού για κατηγορίες οχημάτων Α/Β/Γ/Δ. Η άδεια αυτή ικανότητος για οχήματα Β κατηγορίας (Ι.Χ.Ε) είχε λήξει την 18-12-2005 και ο εκκαλών δεν είχε προβεί στην ανανέωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 εδ. β του ισχύοντος τότε Κ.Ο.Κ.

Σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, “Δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν είχε την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί… Ο συμβατικός αυτός όρος, ασαφής ων, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ. Από την επισκόπηση του ως άνω συμβατικού όρου προκύπτει, ερμηνευόμενος σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός της ικανότητας οδηγήσεως και όχι στην τυπική ανανέωση της άδειας ικανότητος οδηγού. (…).

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την από 27-09-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας υπό την επωνυμία “…….” έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως”. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση κάλυπτε την περίπτωση του οδηγού, που κατείχε άδεια οδήγησης από το 1973 και του οποίου του είχε λήξει η ισχύουσα από 18-12-2000 έως 18-12-2005 άδεια ικανότητος οδηγού για τις κατηγορίες Α/Β/Γ/Δ, στης οποίας την τυπική ανανέωση προέβη μετά το ατύχημα, ορθά ερμήνευσε κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο του υπ’ αρ. ….. 2006 ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ζημιογόνου ως ανωτέρω αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τις οποίες (διατάξεις) δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όπως δεν παραβίασε και κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη νόμου, ειδικότερα δε αυτές των άρθρων 94 και 95 Κ.Ο.Κ. (…).

 

Προηγούμενο άρθροΝέο Διοικητικό Συμβούλιο στην ΕΑΔΕ
Επόμενο άρθροΟ κ. Α. Γιάλλουρος του Συνεργατισμού μιλά για τη συνεργασία με Universal και Allianz