Ο Γ. Τσακατούρας απαντάει στα βασικότερα ερωτήματα σχετικά με την IDD

1805
tsiakatouras

Σύμφωνα με τον Διευθυντή Εκπαίδευσης & Ανάπτυξης της ΟΡΙΖΩΝ Ασφαλιστικής, με την IDD

  • θα τονωθεί ο υγιής ανταγωνισμός

  • θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των επαγγελματιών

  • θα λειτουργήσουν σωστά οι διαδικασίες δημιουργίας προϊόντων και πώλησής τους.

Ο κ. Γεώργιος Τσακατούρας, Διευθυντής Εκπαίδευσης & Ανάπτυξης της ΟΡΙΖΩΝ Ασφαλιστικής, “απαντάει” στα βασικότερα ερωτήματα σχετικά με την Ευρωπαϊκή οδηγία IDD και τις αλλαγές που επέρχονται στην ασφαλιστική διαμεσολάβηση, κινούμενος πάνω σε τρεις θεματικούς άξονες: τον σκοπό, τα πεδία εφαρμογής και τις απαιτήσεις των διαμεσολαβούντων.

Όπως τονίζει ο ίδιος, «δεν πρόκειται για μια “γραφειοκρατική διαδικασία” όπως είχε στην αρχή χαρακτηριστεί από πολλούς. Ρυθμίζει πολλές διαδικασίες και αυτό κρίθηκε αναγκαίο από τις αντιδράσεις και αιτιάσεις πελατών σε διεθνές επίπεδο, που αφορούσαν σε αστοχία και κακή λειτουργία κάποιων προϊόντων». Η ενσωμάτωση της Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο, όπως επισημαίνει, αναμένεται να επιφέρει σημαντικές βελτιώσεις στη λειτουργία της εγχώριας ασφαλιστικής αγοράς.

Του Γεώργιου Τσακατούρα, Διευθυντή Εκπαίδευσης & Ανάπτυξης της ΟΡΙΖΩΝ Ασφαλιστικής

Η Οδηγία IDD (Insurance Distribution Directive) δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ε.Ε. τον Ιανουάριο του 2016, με στόχο να προσαρμοστεί στο Εθνικό Δίκαιο των κρατών-μελών μέχρι τον Οκτώβριο του 2018, όπου και λήγει η τελευταία περίοδος αναβολής.

Σκοπός της είναι η προστασία του καταναλωτή από κάθε δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, με αυστηρούς κανόνες, που αφορούν στις ασφαλιστικές εταιρείες και στους διαμεσολαβητές, θεσπίζοντας ενιαίο τρόπο διαχείρισης κανόνων λειτουργίας και εποπτείας.

Τα πεδία εφαρμογής της οδηγίας αφορούν οτιδήποτε περιλαμβάνει ο «κίνδυνος επαφής με τον πελάτη»: από την πολιτική σχεδιασμού και δημιουργίας των προϊόντων μιας ασφαλιστικής εταιρείας, μέχρι την επικοινωνία τους με τους πελάτες, τα πρόσωπα και τους τρόπους διανομής τους.

Από πλευράς εταιρειών, βαρύτητα δίνεται στην εύρεση της «αγοράς στόχου» κάθε προϊόντος και τη δοκιμή του, στην εκπαίδευση όλων των εμπλεκόμενων τμημάτων, στη συνεχή παρακολούθηση της πορείας του (βάσει της Πολιτικής Διακυβέρνησης των Προϊόντων), καθώς και στην τελική διάθεσή του από το κατάλληλο δίκτυο διανομής.

Από πλευράς διαμεσολαβούντων, βαρύτητα δίνεται στην αναβάθμιση του επαγγέλματος της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, καθορίζοντας υψηλά επαγγελματικά πρότυπα και κανόνες.

Όλοι οι εμπλεκόμενοι, διοικητικοί και διαμεσολαβητές, που συμμετέχουν στη δημιουργία, στη λειτουργία και στη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων, πρέπει να κατέχουν τις γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητάς τους.

Ενδεικτικά, μπορούμε να πούμε ότι στη διαδικασία εμπλέκονται:

  • Τα τμήματα μελέτης και δημιουργίας των προϊόντων.
  • Η λειτουργία των προϊόντων (underwriting, αποζημιώσεις, κ.λπ.).
  • Ο εσωτερικός έλεγχος των εταιρειών.
  • Οι υπηρεσίες εκπαίδευσης των εταιρειών και των διαμεσολαβούντων.
  • Τα τμήματα πωλήσεων.
  • Τα δίκτυα των διαμεσολαβούντων.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις, οι αρμόδιες αρχές θα έχουν την εξουσία να επιβάλλουν χρηματικά πρόστιμα.

Με την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο, αφενός, θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των επαγγελματιών της βιομηχανίας μας, αφετέρου, θα λειτουργήσουν σωστά όλες οι διαδικασίες δημιουργίας προϊόντων και πώλησής τους, με όλα τα μέσα που μέχρι τώρα, κυρίως στην εγχώρια αγορά, δεν τα χρησιμοποιούσαμε ή δεν τα διαχειριζόμασταν σωστά.

Μιλώντας πιο ειδικά για τους διαμεσολαβούντες, η Οδηγία απαιτεί από αυτούς όχι μόνο την απόκτηση επαρκών γνώσεων και δεξιοτήτων, αλλά και τη συνεχή και ελεγχόμενη επαγγελματική κατάρτισή τους, για τον έλεγχο της οποίας αναφέρονται minimum απαιτήσεις.

Ακόμα, θα πρέπει να χαίρουν καλής φήμης (λευκό ποινικό μητρώο, μη πτώχευση) αλλά και να διαθέτουν τη δέουσα ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης και πιθανόν άλλες απαιτήσεις που θα προβλεφθούν στο, υπό διαμόρφωση, νομοσχέδιο.

Τέλος, οφείλουν να ακολουθούν τους κανόνες της επαγγελματικής δεοντολογίας. Κάθε ασφαλιστικό προϊόν που προτείνεται στον πελάτη, θα πρέπει να πηγάζει από τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του και να παρουσιάζεται με τρόπο κατανοητό, σαφή και μη παραπλανητικό. Θα πρέπει να εξηγούνται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους το συγκεκριμένο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις ασφαλιστικές ανάγκες του καταναλωτή.

Από το κείμενο της Οδηγίας συμπεραίνουμε, κατ’ αρχήν, ότι δεν πρόκειται για μια «γραφειοκρατική διαδικασία», όπως είχε στην αρχή χαρακτηριστεί από πολλούς. Ρυθμίζει πολλές διαδικασίες και αυτό κρίθηκε αναγκαίο από τις αντιδράσεις και αιτιάσεις πελατών σε διεθνές επίπεδο, που αφορούσαν σε αστοχία και κακή λειτουργία κάποιων προϊόντων, σε ελλιπή ενημέρωση των καταναλωτών, ακόμα και σε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των πελατών και των διαμεσολαβούντων.

Με την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο, αφενός, θα αναβαθμιστεί το επίπεδο των επαγγελματιών της βιομηχανίας μας, αφετέρου, θα λειτουργήσουν σωστά όλες οι διαδικασίες δημιουργίας προϊόντων και πώλησής τους, με όλα τα μέσα που μέχρι τώρα, κυρίως στην εγχώρια αγορά, δεν τα χρησιμοποιούσαμε ή δεν τα διαχειριζόμασταν σωστά.

Οι κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις θα εναρμονίσουν την παραγωγή με την ποιότητα προς όφελος των καταναλωτών.

Θεωρώ πως με τις κατάλληλες ρυθμίσεις θα τονωθεί ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των επαγγελματιών διαμεσολαβητών, με το Ενιαίο Μητρώο Ασφαλιστικής Διαμεσολάβησης να είναι το πρώτο θετικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μένει να δούμε το τελικό κείμενο του νομοσχεδίου –στην επιτροπή του οποίου θα συμμετέχουν και εκπρόσωποι των διαμεσολαβούντων– και τις τελικές ρυθμίσεις, για να έχουμε σαφέστερη άποψη για το αποτέλεσμα.

Προηγούμενο άρθροΣυνέδριο της AMICE στη Στοκχόλμη 3-5 Ιουνίου
Επόμενο άρθροΠρόταση Ασφάλισης Κατοικίας